Δευτέρα, 11 Απριλίου 2011

αν είσαι, είμαι.

Τρέμω στη σκέψη του αγγίγματός σου.
Τρέμω στη σκέψη πως δεν θα με ξαναγγίξεις.



Δεν είναι το ίδιο τρέμουλο.
Να ξαπλώνω στο κρεβάτι μου αγκαλιά με ένα χείμαρρο αγγίγματα, δικά σου όλα.
Με τα άτιμα φιλιά της αμφιβολίας στο προσκεφάλι μου, όλα εκείνα που ονειρεύομαι και δεν ξέρω αν θα γευτώ.
Σαν ένας δαίμονας να το χει βάλει στοίχημα, να μην μ' αφήνει να κοιμηθώ τα βράδια και εκείνα, επίμονα, να τρυπάν το κορμί μου σαν χίλιες, μικρές, αόρατες βελόνες.

Το λάθος τραγούδι στο ραδιόφωνο.

Ένα λεπτό κενού χρόνου που δεν είχα υπολογίσει

και βρέθηκα ξαφνικά να χάνω στο αλλόκοτο κρυφτό που παίζα τόσο καιρό με την μελαγχολία.
Να γλείφω δειλά ψευδαισθήσεις μιας αγκαλιάς και ελπίδες ενός πιθανού γυρισμού 
και το ρολόι να γυρίζει ανάποδα, κάνοντας το ξημέρωμα ν' αργεί μαρτυρικά πολύ.
Να χει μια τόσο όμορφη μέρα και εγώ να μην θέλω/ να μην μπορώ,
να αφήσω τον ήλιο να ζεστάνει το χειμωνιάτικό μου δέρμα.
Ντυμένη με φύλλα σε αποχρώσεις του καφέ και του γκρίζου, βαριά και αργοκίνητη, 
ικανή μονάχα να ρουφώ κάθε κόκκο σκόνης που αφήνεις πίσω σου τρέχοντας προς την άνοιξη.
Μέχρι να γυρίσω το κεφάλι μου, έχεις ήδη περάσει και χαθεί, ξεχνώντας με αιώνες πίσω.
Ανοίγω τα μάτια. 

Εφιάλτες δεν είναι αυτά που ζω όταν κοιμάμαι, αλλά αυτά που -δεν- αντικρίζω όταν είμαι ξύπνια.