Τετάρτη, 9 Ιανουαρίου 2013

Συνειρμικό

Όταν γράφεις με αυτοματισμούς, τα εγκεφαλικά σου κύτταρα παύουν να μοιάζουν με το σύμπαν

και γίνονται ένα με αυτό. 


Μερικές φορές να μου δίνεις λίγο χρόνο, να παλέψω με τους δαίμονες μου και να τους ξεσκίσω. 
Να μη ζω πια μέσα στο μαύρο μα να ‘μαι χρώμα κόκκινο και χρυσό και να αγαπήσω τις ατέλειες και τα λάθη μου. Και αφήνοντας πίσω άμυνες και λόγια και σκέψεις να γίνω μια μεγάλη πεταλούδα που πετά μεθυσμένη ανάμεσα από χέρια που κυνηγούν να την πιάσουν.
Και όταν ξεκλειδώσεις τα συρτάρια μου και αφήσεις τις λέξεις να ξεχυθούν πάνω σου σαν ποτάμι να μη φοβηθείς που δεν ήμουν αυτό που ζήτησες αλλά ήμουν κάτι καλύτερο ή κάτι χειρότερο και να μην πεις πως δε μπορείς να το διαχειριστείς γιατί αν δεν μπορείς εσύ, κανείς δε θα μπορέσει.
Και αν θα μαραθώ κάποτε θα ναι γιατί έμεινε μια ανάγκη μέσα μου απότιστη και τράβαγε νερό απ’ τα μάτια μου, σε σβησμένα φανάρια και τούνελ σιωπής. Και με τα φώτα παίζοντας σε ένα χρόνο κενό, μου ‘δωσες μια ελπίδα που δεν ένιωθες μα ήταν αυτό που ήθελα να γίνω.
Και αν μυρίζω στον αέρα γύρω σου πρωινή διαφθορά είναι γιατί την φέρω πάνω μου σαν ένα πράσινο δαυλό και ένα τραγούδι μισοτελειωμένο, έναν χείμαρρο λέξεων και προτάσεων άλογων και ανόητων παρατηρώντας τον κέρσορα μου να αναβοσβήνει νευρικά και ψυχαναγκαστικά κατά-γράφω σκέψεις των εσωτερικών σωμάτων και ακέφαλων τεράτων που κουβαλάω μέσα μου τα βράδια της υπομονής.
Και αν πουλήσαμε το τέλος μας φθηνά, για ένα χειροκρότημα λίγων δευτερολέπτων, κρατήσαμε ανείπωτα όλα αυτά που ‘φραξαν τις αρτηρίες της δημιουργίας μας και γίναμε τσιμέντο μέσα σε μια μήτρα καταραμένη να γεννά άβουλα πλάσματα, ακρωτηριασμένα από τον έλεγχο.