Τετάρτη, 15 Φεβρουαρίου 2012

Η μάσκα που κρύβεις


Μερικές φορές συμβαίνει. Βλέπεις τον κίνδυνο και όμως παρόλα αυτά τρέχεις καταπάνω του όπως οι πεταλούδες γυρίζουν γύρω από τη φωτιά που τις μαγεύει και θρέφεται από αυτές. 
Σαν να χει απορρυθμιστεί το σύστημά σου και όλα μέσα σου να εντείνονται τόσο ώστε το πρωί να σε αφήνει σε ένα μέρος που δεν θυμάσαι και τα βράδια να μη σε βρίσκουν ποτέ στο μέρος που θα θελες.
 Και παλεύεις μέσα σου με τη συνηθισμένη σου μάσκα, που σε έχει βέβαια σώσει πολλές φορές μα αυτή τη φορά της φωνάζεις πως δεν θέλεις να σωθείς και εκείνη σου φωνάζει πως είναι η πρώτη φορά που τη χρειάζεσαι τόσο. 
Και τη πετάς και τη ξεχνάς σε μια γωνιά και βάζεις μιαν άλλη, μια χαρούμενη, μια που φοράς σπάνια, μια που σε κάνει να χορεύεις μεθυσμένη από ευτυχία στις έξι το πρωί και να εισπνέεις τον καπνό απ’ τα τσιγάρα του σαν να ήταν καθαρός αέρας και για πρώτη φορά να βγάζουν τόσο πολύ νόημα οι στίχοι των τραγουδιών, τόσο πολύ που εύχεσαι την ώρα που τα τραγουδάς  να μπορούσες να πετάξεις φωνάζοντας δυνατά «είμαστε αυτός ο στίχος». 
Και πέφτεις έτσι στο κρεββάτι φορώντας τη χαρούμενη μάσκα σου, μα ο ύπνος σας ξεβάφει, η μάσκα σου μοιάζει μάλλον με κακό αποκριάτικο αστείο και το επόμενο πρωί το μόνο που χεις να σου θυμίζει τη χθεσινή σου ευτυχία είναι ένα κακό χανγκόβερ, ένας λαιμός που χρειάζεται τρία παυσίπονα για να θυμίσει ξανά φωνή ανθρώπου και ένα θαμπό δέρμα που νοσταλγεί τη λάμψη του έρωτα.
 Δεν μπορείς να θυμηθείς κανένα στίχο, κανέναν ήχο, καμιά μουσική. Η παλιά σου μάσκα σε κοιτάει με αυτό το «σ’τα λεγα εγώ» ύφος και εσύ τη παίρνεις και τη φοράς απρόθυμα γεμίζοντάς την άφατη χαρά που για μια ακόμα φορά βγήκε σωστή. 
Και έτσι, απογοητευμένες και θυμωμένες η μία με την άλλη φτιάχνετε καφέ και κοιταζόσαστε με εκείνη να νεύει κατευναστικά και εσένα να προσπαθείς να καταλάβεις τι πάει λάθος. 
Προσθέτεις μια κουταλιά ζάχαρη στο καφέ σου, μεγάλη και εκείνη γνέφει το κεφάλι της επικριτικά κοιτάζοντας τη ζυγαριά σου. 
Και τότε το βλέπεις! Το μόνο λάθος που κάνεις είναι που επιλέγεις να φοράς ακόμα αυτή τη μάσκα, μια μάσκα που δεν γελά, δεν χορεύει, δεν ερωτεύεται, δεν απογοητεύται, δεν κλαίει.
 Η μάσκα που φοβάται να ρισκάρει, που κρυώνει γιατί δεν θέλει να πλησιάσει τη φωτιά. 
Και την έχεις συνηθίσει τόσο, που είσαι στη σκιά της, ένα φοβικό παιδί που παίζει πάντα στο μπαλκόνι του, με μοναδικό φίλο ένα μπαλόνι δεμένο στα κάγκελα. 
Τη βγάζεις. Σε κοιτά περιμένοντας να κάνεις το επόμενό σου βήμα. Να δει, ποια μάσκα θα φορέσεις τώρα μέχρι να βαρεθείς και να γυρίσεις μετανιωμένη πίσω στη σιγουριά της.
Έκπληξη. Αυτή τη φορά θα δοκιμάσουμε χωρίς μάσκες. Χωρίς καλούπια. Χωρίς κουτάκια. Θα δούμε τα πρόσωπα γυμνά. Ναι, θα ναι δύσκολο, μα με τον καιρό συνηθίζεται. 
Ίσως πιο εύκολα απ’ ότι μια αποπνικτική μάσκα.