Πέμπτη 24 Δεκεμβρίου 2009

Enjoy!



Χριστούγεννα και Coca Cola!.. (είπα να γίνω γραφική) 
 feliz navidad λοιπόν!!

Παρασκευή 18 Δεκεμβρίου 2009

Περί αποστάσεων..

Καθημερινά διανύεις πολλές αποστάσεις.. Mπορείς να πας από το σπίτι σου μέχρι το περίπτερο.. αυτή είναι μια μικρή απόσταση. Συνήθως σου λένε «πετάξου μέχρι το περίπτερο» ακόμα και αν δεν είσαι ο superman. Έπειτα μπορείς να πας από το σπίτι σου, μέχρι το σπίτι του κολλητού σου. Αυτή είναι μια απόσταση που κάνεις ευχάριστα. Εκεί σου λένε «έλα από δω αν δεν βαριέσαι». Και αν δεν βαριέσαι πας.

Μπορείς ακόμα να πας από το σπίτι σου μέχρι το Λονδίνο. Αυτή είναι μια μεγάλη απόσταση. Μια ακόμα μεγάλη απόσταση είναι από το σπίτι σου μέχρι το φεγγάρι (όχι πως ξεκινάς από το σπίτι σου να πας στην σελήνη –είπαμε, δεν είσαι ο σούπερμαν- αλλά το σπίτι σου είναι συνήθως στην γη, και γη-σελήνη είναι μια μεγάλη απόσταση).

Υπάρχει όμως άλλη μια μεγάλη απόσταση, πολύ μεγάλη απόσταση και δεν έχω σκοπό να μιλήσω για την πτήση Λος Άντζελες – Σιγκαπούρη η οποία διαρκεί 18 ώρες και 30 λεπτά.

Πρόκειται για μία απόσταση που σου φαίνεται τόσο μεγάλη που θα μπορούσες άνετα να βρίσκεσαι στην πτήση Λος Άντζελες –Σιγκαπούρη, να πας και να γυρίσεις, από το να την διανύσεις.

Και επειδή τα πάντα είναι σχετικά, και δεν εννοώ αυτά τα γλυκούλικα αρκουδάκια, (όχι, όχι, αυτά πιστέψτε με δεν έχουν καμία σχέση), θα προσπαθήσω να εξηγηθώ..

Τείνουμε να μετράμε τις αποστάσεις σύμφωνα με τον χρόνο που μας παίρνει να τις διανύσουμε..

Πόσο χρόνο σου παίρνει όμως να καταλάβεις τι εννοεί, τι φοβάται, τι επιθυμεί, τι σκέφτεται και να διαλύσεις τις άμυνες του ώστε να τον φέρεις κοντά σου;

Ακόμα και το «κοντά σου» είναι σχετικό. Σας χωρίζει μισό μέτρο.. ίσως και λιγότερο αν κάνεις ένα βήμα προς το μέρος του, να! Έκανες ένα βήμα προς το μέρος του, αλλά και πάλι δεν αισθάνεσαι πιο κοντά του. Άλλο ένα βήμα προς το μέρος του, αλλά όχι, ούτε αυτό βοηθάει τα πράγματα. Άλλο ένα βήμα, οπ! Τώρα βρίσκεσαι στην αγκαλιά του, σε φιλάει, κοιτάει αλλού και τώρα να! Ως δια μαγείας βρίσκεται ακόμα πιο μακριά από πριν. Θέλεις να πιάσεις το χέρι του και να το ξεσκίσεις με τα νύχια σου, να τον κάνεις να ματώσει, να έρθεις σε επαφή με το αίμα του, μήπως και αυτό σας φέρει πιο κοντά.. «ε, μικρούλα, με πονάς!». Αφήνει το χέρι σου, μεγαλώνει η απόσταση. Ακουμπάει το χέρι του στο τραπέζι. Ακουμπάς και εσύ το δικό σου. Εκπέμπεις θερμότητα, σας χωρίζουν 2,5 εκατοστά, αναρωτιέσαι αν φτάνει μέχρι αυτόν. Φέρνεις το χέρι σου λίγο πιο κοντά στο δικό του, σας χωρίζουν μερικά χιλιοστά και ταυτόχρονα η απόσταση μεταξύ σας είναι μεγαλύτερη από το μήκος του σύμπαντος μεγαλύτερη από ο,τι μπορείς να φανταστείς. Το σώμα του είναι εκεί, όμως το βλέπεις, το αισθάνεσαι, πως οι σκέψεις του είναι αλλού.

Και το να φτάσεις από το σπίτι σου στις σκέψεις του, αυτή είναι η μεγαλύτερη απόσταση..











(ευχαριστώ τον Γιάννη Κωνσταντινίδη του οποίου το υπέροχο κείμενο "η μεγαλύτερη απόσταση" στριφογύριζε στο μυαλό μου, όση ώρα έγραφα τις παραπάνω σκέψεις..)

noise in my head


Μπιζ..μπιζ.. Έχει μια μέλισσα μπλεχτεί μες τα μαλλιά μου. Μπιζ.. μπιζ.. Κάνει βόλτες ασταμάτητα. Μπιζ.. μπιζ.. ας την βγάλει κάποιος, ας με βοηθήσει.. Αυτό το μπιζ μπιζ με τρελαίνει. Ας την βοηθήσει. Το χάος στο κεφάλι μου την τρελαίνει. Μπιζ μπιζ. Προσπαθεί να βγεί.. Μπιζ, μπιζ . ας την βοηθήσει κάποιος.. Μπιζ, μπιζ. Έχει χάσει τον δρόμο της.. Μπιζ μπιζ, ας με βοηθήσει κάποιος, όλο αυτό το βουητό στ’ αυτιά μου, στο κεφάλι μου, μπιζ μπιζ, το μυαλό μου γυρνάει, μπιζ μπιζ, σας παρακαλώ βγάλτε την, βγάλτε την, μπιζ μπιζ.
Έλα τράβηξέ την!

-ποια;

-την μέλισσα..

-ποια μέλισσα;

-έχει μια μέλισσα μπλεχτεί μες στα μαλλιά μου..

-δεν έχει τίποτα, ηρέμησε..

Μπίζ..μπίζ.












(photo by paige negenman, on flickr)

Τρίτη 15 Δεκεμβρίου 2009

αλλαγή εποχής: Άνοιξη.

Όταν σε κοίταξα μου ορκίστηκες πως αυτό θα ‘ταν το ωραιότερο ταξίδι.
Μια απέραντη γαλάζια θάλασσα με μικρά υποβρύχια χαμόγελα και σπαρταριστά βλέμματα. Ένα ταξίδι με μια παλιά άσπρη ξύλινη βάρκα και τα όνειρά μας.
Μια χαλασμένη πυξίδα γιατί είπες, μου είπες, πως σημασία δεν έχει το πού πηγαίνουμε αλλά το πώς.
Ο ήλιος πάνω μας, όχι ενοχλητικός αλλά ευχάριστος, όπως ένα γάργαρο γέλιο μικρού παιδιού, σχεδόν ανάλαφρος, δίνοντας μια διάφανη αίσθηση ατμόσφαιρας στην γυάλινη ανοιξιάτικη μας εξόρμηση. Ξάπλωσα πίσω μυρίζοντας το θαλασσινό αεράκι, γευόμενη την αρμύρα της φύσης, χαζεύοντας τα σχήματα που ‘παιρναν τα μικρά λευκά παιχνιδιάρικα σύννεφα. Μου θύμισε μια από εκείνες τις πρώτες φθινοπωρινές ημέρες, ένα αργόσχολο κυριακάτικο πρωινό ξύπνημα.
Ο ήλιος έστελνε τις ζωηρές ακτίνες του να παίξουν με τα βλέφαρά μας.
Μάτια φωτεινά, καθάρια. Αληθινά προπάντων.
Καθρεπτίζοντας την ψυχή και αντανακλώντας την αγάπη. Είχαμε επίγνωση της μοναδικότητας εκείνης της στιγμής. Ξέραμε πως ζούμε την «ευτυχία».
Δεν την κυνηγήσαμε. Ούτε την περιμέναμε. Ηρθε ξαφνικά· την ώρα που η χρυσόλευκη άμμος γλίστραγε ανάμεσα στα φιλντισένια δάχτυλα και τα φιλήδονα χείλη ενώνονταν αφήνοντας τα ζηλιάρικα κοχύλια να κοιτάνε πονεμένα και να γεμίζουν, με τα μικρά αναφιλητά του πόθου τους, μουσικά κύματα τον γιαλό μας.
Το ταξίδι ήταν το ωραιότερο.
Η επιστροφή έκλεψε λίγη από τη μαγεία του. Λίγη ακόμα πήρες εσύ. Και με κρατάς κοντά σου. Μαγεμένη, με έναν πράσινο αστερία στο χέρι και το αρμυρότερο φιλί στα χείλη..



άνοιξη 08-09- δεν μπορω να θυμηθώ για να προσδιορίσω- )

Σάββατο 12 Δεκεμβρίου 2009

Αποτυπώματα


Αφήνω ίχνη πίσω μου..Είσαι αρκετά παρατηρητικός για να το προσέξεις;
Είσαι αρκετά προσεκτικός ώστε να μην τα σβήσεις;
Είσαι αρκετά αποφασισμένος ώστε να μπορέσεις να τα κρατήσεις ανέπαφα;
Δοκιμάζεσαι. Σε δοκιμάζω. Αφήνεις στο στόμα μου μια πικρή γεύση. Δεν μου αρέσει.
Σε μασάω σαν τσίχλα. Δεν μου αρέσει. Σε φτύνω και σε πατάω. Σε πιέζω με τόση δύναμη. Πιέζω τόσο ώστε να μην σε βλέπω πια. Σε λιώνω με το πόδι μου.. Σε συνθλίβω. Είσαι πλέον ένα αποτύπωμα πάνω στο καινούργιο μου παπούτσι. Προχωράω, και συνεχίζω να αφήνω ίχνη..

Δευτέρα 16 Νοεμβρίου 2009

Maybe tomorrow..


Και έτσι ξαφνικά σταματήσαμε να μιλάμε.
Εγώ επέστρεψα στην ανιαρή πραγματικότητα μου, στην συνεχή ρουτίνα μου, προσπαθώντας να κάνω ίσως περισσότερα από όσα αντέχω για να γεμίσω τις άδειες μέρες μου.. επέστρεψα τρέχοντας μεταξύ υποχρεώσεων και διασκεδάσεων, «διασκεδάσεων», όταν το μόνο που ήθελα ήταν να δω εσένα.
Εσύ. Εσύ δεν ξέρω που πήγες. Αν επέστρεψες κάπου, αν ανακάλυψες νέους δρόμους για να περιπλανηθείς, αν έμεινες κλεισμένος μέσα.
Έτσι ξαφνικά σταμάτησα να ξέρω τα πάντα για σένα.
Όταν με ρωτάνε δεν μπορώ να πω αν ήξερα στην ουσία κάτι.
Ήξερα τις αγαπημένες σου ταινίες. Τις χώρες που ήθελες να ταξιδέψεις. Τα τραγούδια που σου άρεσε να ακούς τη νύχτα. Είχα μάθει τον τρόπο που μιλούσες, που έγραφες, συνήθισα τον τρόπο ζωης σου.
Και ξαφνικά ΒΟΟΜ!
Χάθηκες!
Εξαφανίστηκες από τα στέκια μας, παρέμεινες στη σκέψη μου.
Μου έλειπες λίγο, μου έλειπαν οι συζητήσεις μας, τα αστεία μας, μου έλειπε η επικοινωνία μαζί σου. Ίσως σε ήθελα λίγο παραπάνω απ’ όσο «επιτρέπεται» να θέλεις κάποιον που δεν ξέρεις σχεδόν καθόλου. Ευχόμουν να πέσω έστω και τυχαία πάνω σου, πήγαινα στο περίπτερο με το ομορφότερο χαμόγελό μου, μην τύχαινε και με δεις.. Και ακόμα και τώρα που, έτσι ξαφνικά, σταματήσαμε να μιλάμε, συνεχίζω να χαμογελώ. Ποτέ δεν ξέρεις.. Ίσως αύριο περάσεις τυχαία κάτω απ’ το σπίτι μου. Ίσως αύριο.. Οι λέξεις που με στοιχειώνουν από τη μέρα που σε γνώρισα. Ίσως αύριο λοιπόν μιλήσουμε ξανά όπως παλιά. Ίσως αύριο…

Σάββατο 12 Σεπτεμβρίου 2009

απόγευμα Σαββάτου


Δες πόσο όμορφα είναι όλα. Δες.
Δες τις κεραίες που τις φυσά ελαφρά ο πρώτος φθινοπωρινός αέρας. Δες όλες τις πράσινες κατεβασμένες τέντες που φέρνουν μια αίσθηση ψεύτικης φύσης στο μέρος που όλοι αποκαλούνε τσιμεντούπολη. Όλα τα μικρά κίτρινα γλαστράκια στο απέναντι μπαλκόνι. Τα γαλάζια κάγκελα που σπαν την συμφωνία των καφέ. Τα φούξια σεντόνια απλωμένα παρά την απαγόρευση της διαχείρισης. Δες τους παλιούς σκουριασμένους σωλήνες. Δες την ομορφιά πίσω απ τη θλίψη που σε τρομάζει.
Και δες την καναρινί εκείνη πόρτα που οδηγεί στην ψηλότερη ταράτσα. Κοίτα τα σύννεφα του φθινοπώρου και τις υπέροχες χρυσές γραμμές τους.
Τόσα air-condition, ηλιακοί και δορυφορικά πιάτα συνεννοημένα να κοιτάζουν τον ήλιο, να μην μας ενοχλούν, απλά να ορθώνονται πάνω στις στέγες και να αντανακλούν το φως. Δες την αργή κίνηση των φύλλων που στροβιλίζονται. Δες πόσο ήρεμα φεύγει η μέρα. Κοίτα τις σκάλες που οδηγούν στο πουθενά. Την ξεφλουδισμένη μπογιά στο απέναντι κτήριο. Το ρυτιδιασμένο μου μπαλκόνι. Τα βρόμικα παράθυρα και τις ξεθωριασμένες τέντες. Όλα είναι όμορφα. Γελάς. Μα σου εξηγώ.
Όλα είναι όμορφα. Μεγαλώνουν και φθείρονται μαζί μας. Τώρα είναι όμορφα. Τώρα. Που δεν λάμπουν πια αυτάρεσκα στον ήλιο, τώρα που έφυγε τον χρώμα τους και γέρασαν. Τώρα που φτιάχνουνε φωλιές τα περιστέρια. Τώρα που η ατμόσφαιρα μυρίζει βροχή, τώρα που ερωτεύομαι τον κόσμο και την απλή αλλά δυνατή ομορφιά του. Τώρα που είναι όλα ασήμαντα και που θες να κλάψεις βλέποντας τα σύννεφα σιγά –σιγά να απομακρύνονται, να κάνουν ανεπαίσθητες κινήσεις, να παρασέρνονται και να σε παρασέρνουν. Τώρα που έψαχνες μολύβι και χαρτί για να τα περιγράψεις, να τα αποτυπώσεις κάπου και τώρα που αισθάνεσαι ανίκανος, αφού όλη αυτή η ομορφιά δεν κλείνεται στις λέξεις. Δεν σκέφτηκες ούτε στιγμή να τα φωτογραφήσεις. Η εικόνα θα σου φαινόταν βαρετή. Εύχεσαι απλά να μπορούσες να ανοίξεις τα χέρια σου και να αγκαλιάσεις αυτό τον κόσμο, αυτή την ομορφιά , να μπορέσεις να την νιώσεις στο πετσί σου, μέσα σου, να την εισπνεύσεις, να την καταπιείς, να είναι δικιά σου, κτήμα σου, να σου ανήκει. Τώρα είναι όμορφα όλα. Και αισθάνεσαι ευτυχία που τα είδες..

Τρίτη 7 Απριλίου 2009

Ο κήπος μου..

Γράφω, γράφω, γράφω. Μα είσαι μακριά, τα γράμματα, οι λέξεις, τα νοήματα,
δεν σε φτάνουν. Δε ρωταω πως έφτασες εκεί. Εγώ σε έστειλα. Γύρισες πίσω βέβαια. Αρκετές φορές. Μα εγώ σε έστελνα κάθε φορά όλο και πιο μακριά. Κουράστηκες πια να γυρίζεις, ίσως και να συνήθισες, ίσως και να σ΄αρεσει πια ο τόπος που σε εξόρισα.
Κάπου-κάπου αναρωτιέμαι πώς να ναι. Ήθελα μια δυο φορές να έρθω να σε βρω. Φοβήθηκα. Φοβήθηκα εμένα, φοβήθηκα εμάς, φοβήθηκα τους λόγους για τους οποίους έφυγες. Φοβήθηκα μήπως μ’Αρέσει η εξορία μαζί σου και συνηθίσω σε ένα μέρος που μόνο στέλνω, σαν κακός δικτάτορας, όσους δεν συμφωνούν μαζί μου. Η σαν άλλος παράφρονας, όσους συμφωνούν απλά επειδή έχω αποφασίσει από πριν πως θέλω να τους διώξω. Γιατί έτσι. Όλα τα πράγματα είναι καθορισμένα. Στο μυαλό μου μόνο. Στον ανελέητο φόβο της πιθανής ευτυχίας μου. Στο «και έπειτα;» που θα την συνοδέψει. Στο μοναχικό «μετά» που θα την ακολουθησει. Και στη μη αποδοχή της που θα την στείλει τελικά στο πυρ το εξωτερον, να σε βρει, να με βρει,
να μου θυμίσει ξεχασμένες μνήμες, να με κάνει να ψάχνω το χρώμα των ματιών
σου, στον ψεύτικο μου, μικρό, πλαστό παράδεισο,
που τόσο καιρό πάσχιζα να φτιάξω, μαζεύοντας ένα ένα τα δεντράκια μου και βάζοντας στην μέση τη μορφή σου, όχι με την επιγραφή «μην αγγίζετε» αλλά με την άλλη την «προσοχή κίνδυνος κατολίσθησης» για να φοβάμαι να την πλησιάσω. Και πραγματικά δειλιάζω. Και προσπαθώ να μένω μακριά της γιατί δεν θέλω να χαλάσω την ηρεμία του παραδείσου μου. Ποιος ξέρει πόση σκόνη θα σκεπάσει τα δροσερά-αν και γλυφα- νερά του αν τραβήξω ένα λιθαράκι από το κέντρο του; Άλλες φορές πάλι, σαν να θυμάμαι πως την έβαλα εγώ αυτή την πινακίδα, σε πλησιάζω. Απλώνω το χέρι μου για να χαϊδέψω τρυφερά τα φύλλα σου. Εσύ όμως ψηλώνεις τότε ξαφνικά, τεντώνω το χέρι μου να σε φτάσω, προσπαθώ προσπαθώ μέχρι που ποναω και τότε μόλις χαμηλώσω εξαντλημένη πια σε βλέπω και σένα στο αληθινό σου ύψος. Μα δεν σαγγιζω πλέον. Ούτε καν προσπαθώ. Έχει έρθει ο φόβος πάλι και έχει καταλάβει την συνήθη θέση του. Εκεί δίπλα στην καρδιά που όταν κάθεται με πιάνει ένα σφίξιμο. Μερικές φορές κάθεται και κάτω απ την άκρη του ματιού. Και δεν φεύγει παρά μόνο όταν η μοναξιά τον διώξει με ένα δάκρυ. Είναι δική της θέση αυτή άλλωστε. Έχω συνηθίσει πια. Αφήνω τα δάκρυα να στεγνώνουν μόνα τους δεν τα αγγίζω με τα δάχτυλα, ούτε περιμένω, όπως παλιά, να ρθεις εσύ να τα φιλήσεις. Γιατί ξέρω πως δεν γίνεται. Εσύ έχεις βγάλει ρίζες στο κέντρο του κήπου μου και εγώ σαν να φοβομουνα μη φύγεις έριξα πάνω τους τσιμέντο. Κάποιος από τους φύλακες μου πε νομίζω πως μαράθηκες. Είπα «δεν έχει ανάγκη αυτός. Είναι το πιο όμορφο δέντρο μου, στο ωραιότερο σημείο». Κάποιος άλλος μου πε πως έριξες τα φύλλα, τους καρπούς σου. «μην σας νοιάζει», απάντησα, «εκεί που είναι σύντομα θα βγάλει άλλα». Κάποιος πέρασε και μου πε πως σ’ακούει τα βράδια να κλαις. Χθες το βράδυ έκλαψα μαζί σου. Και το πρωί που ξύπνησα αποκαμωμένη πια από το κλάμα αλλά δεν ήταν ο ίσκιος σου εκεί να με δροσίσει κοίταξα γύρω μου και είδα ζιζάνια, αγριόχορτα και μαραμένα δέντρα. Έτρεξα στις λίμνες στα ποτάμια μου να βρω λίγο νερό να τα ποτίσω, μα είχαν όλα τους στερέψει. Και τότε μου ‘πανε πως το μεσαίο δέντρο μου τράβηξε όλο το νερό όταν δεν είχε άλλα δάκρυα να κλάψει. Και δεν απάντησα άλλο. Κι από τότε σωπαίνω..


(3 Ιουλίου 2008, στην καταθλιπτικη -τότε- Αθήνα )

Τετάρτη 1 Απριλίου 2009

.


Ε'ιναι μαζι σου.. σε κρατάει αγκαλιά όλο το βράδυ και σου ψιθυρίζει λόγια αγάπης.
σχεδόν τα πιστεύεις.. Τον αγαπάς. Και σε αγαπάει. Απλά. Με τον δικό σας ιδιαίτερο τρόπο. Με τον τρόπο, που έχετε συνηθίσει να ξέρετε ο ένας τον άλλο, τα πιο μικρά του μυστικά, τους πόθους, τις επιθυμίες του, τις χαζές γκριμάτσες του, τις κοφτές ανάσες του, την μυρωδιά του. Με τον τρόπο που πλέον γνωρίζει πως θα σηκώσεις απαλά το δεξί του χέρι κ στριφογυρίζοντας θα χωθείς στην αγκαλιά του. Με εκείνο τον τρόπο που ο ένας ξέρει από πριν τι θέλει να πει ο άλλος και αυτό δεν σας κάνει πια να αισθάνεστε άβολα αλλά να γελάτε ευτυχισμένοι κ αγκαλιασμενοι.. και έτσι σας παίρνει ο ύπνος..
Και ξαφνικά κάτι αλλάζει! Το επόμενο πρωί σε φιλαει τρυφερά, σου λέει θα τα πούμε και απομακρύνεται, παίρνοντας κάποια άλλη τηλέφωνο, κάποια άλλη, κάποια άλλη όχι εσένα. Το λες συνέχεια στον εαυτό σου για να το πιστέψεις για να το καταλάβεις για να το δεχτείς. Και πρέπει να το δεχτείς. Και εκείνος σου λέει με τον τρόπο του :
«δέξου το. Είμαι μαζί της, δεν είμαι μαζί σου πια, θέλω αυτήν…»
Και εσύ στενοχωριέσαι, πολύ. Πόσο μάλλον όταν ξέρει κ ξέρεις πως αισθάνεται ο ένας για τον άλλο.. Γιατί από την προηγούμενη  πρόταση του λείπει ένα «και»..
Αυτό το «και» που σας ενώνει, που θέλει εσένα ΚΑΙ εκείνον μαζί ξανά..
Στενοχωριέσαι λοιπόν, όμως είσαι έτοιμη να το δεχτείς, να το αποδεχτείς, προσπάθησες αρκετά για να τον φέρεις πίσω κ εκείνος αμφιταλαντευόταν κ αποφάσισες πως εσύ δεν θέλεις κάποιον να αμφιταλαντεύεται, θέλεις κάποιον που να θέλει σταθερά εσένα… όπως έκανε εκείνος ένα μήνα πριν.. και ενώ είσαι έτοιμη να πεις πως είσαι οκ με αυτό, έτοιμη να το δεχτείς, είναι αυτός που χτυπάει το κουδούνι σου αργά το βράδυ, σε φιλάει κ σπάει πάλι όλες τις άμυνες σου. Κοιμάται πάλι σπίτι σου.. τον έχεις αγκαλιά όμως έχουν αλλάξει ακόμα περισσότερα πράγματα από την προηγούμενη φορά.. δεν ξέρεις τι είναι. Όμως το διαισθάνεσαι. Μιλάτε σαν δυο καλοί φίλοι. Αυτό ήσασταν πάντα άλλωστε. Μπορούσες να του εμπιστευτείς τα πάντα. Τις πιο κρυφές σου σκέψεις, τις άφηνες αβίαστα στο μαξιλάρι δίπλα του κ δεν σε ενοιαζε που στεκόσουν γυμνή μπροστά του. Σου λέει πως σ’αγαπάει και πως ποτέ δεν θα σε πλήγωνε. Και όμως. Λέει πως σ’αγαπαει, κοιμάται και ξυπνάει μαζί σου μοιράζεται μαζί σου κομμάτια τις καθημερινότητας του αλλά σου λέει πως αυτή την καθημερινότητα πλέον την ζει με κάποια άλλη.. σχεδόν ένας χρόνος που είστε μαζί. Και ένας μήνας που είστε χωριστά.. ένας μήνας που είναι με άλλη κ ακόμα κοιμάται κάποια βράδια μαζί σου. Ο μήνας που σου έδειξε την αλήθεια.. πως τελικά δεν χωρίσατε επειδή διαφέρατε, αλλά επειδή κυνηγούσατε, θέλατε, αγαπούσατε τα ίδια πράγματα. Εσύ αυτόν και αυτος τον εάυτο του..


πρώτη του απρίλη.
τίποτα δεν είναι τυχαίο.