Πέμπτη, 26 Μαΐου 2011

εξορκισμοί..

Πάλι σε ονειρεύτηκα. Αυτή τη φορά δέχτηκες να μ' ακούσεις και στο τέλος με αγκάλιασες.
Πάνε περίπου οχτώ μήνες που σε βλέπω σχεδόν κάθε βράδυ στον ύπνο μου και ποτέ δεν είσαι δίπλα μου όταν ξυπνάω. 
Και πάντα σηκώνομαι στεναχωρημένη, με κακή διάθεση, περιμένοντας τη στιγμή που θα ξαναπέσω για ύπνο για να σε δω.
Δεν είσαι ο μόνος που πληγώθηκε.. Μα αν κρίνω από τους μήνες που περάσαν θα 'σαι μάλλον αυτός που από τους δύο μας θα καταφέρει να το ξεπεράσει. 
Εγώ είμαι ακόμα  εδώ. Μιλάω για σένα τουλάχιστον μια φορά την μέρα και σε σκέφτομαι πολύ περισσότερες. 
Πλέον δεν μπορώ να γράψω. Τελευταία φορά που έγραψα κάτι, δεν δέχτηκες καν να το διαβάσεις.
Όλες μου οι προσπάθειες πέφτουν στο κενό.
Μπορώ -μάλλον- να καταλάβω τι έκανα και με τιμωρείς έτσι.
Πες μου όμως τι μπορώ να κάνω για να με συγχωρέσεις.
Ή έστω για να σε ξεπεράσω.
Δεν αντέχω να νοιώθω άλλο έτσι. Άπλα κουράστηκα και δεν με βγάζει πουθενά.
Θέλω απλά να έχω τα πάντα από σένα.
Να εισπνεύσω όλη σου τη μυρωδιά.
Να γευτώ την παραμικρή σου ανάσα.
Να σ' αγκαλιάσω βίαια και να νιώσω το σώμα σου πάνω στο δικό μου, ώσπου να ηλεκτριστούν  οι ρίζες των μαλλιών μου απ' την αφή.

Να μπεις σε κάθε εκατοστό του κορμιού μου, ώστε όλα μου τα κύτταρα να γεμίσουν από σένα.
Έστω για ένα δευτερόλεπτο να γίνω εσύ.
Να δω με τη ματιά σου, να ακούσω ό,τι ακούς, να έχω το ηχόχρωμα της φωνής σου.
Να γίνω εσύ, με τις σπασμωδικές κινήσεις σου, εσύ, με τις αποφάσεις που πονάνε, εσύ, τόσο γλυκός και τρυφερός και καλός και σκληρός και βίαιος και κακός. Εσύ. 
Να είμαι εσύ, να σε έχω τόσο.
Έστω για ένα δευτερόλεπτο.
Και έπειτα να σε διώξω. Να σε βγάλω από μέσα μου. Να ξεσκονίσω όλα τα ξεχασμένα σου κομμάτια. Να γίνω εσύ, για να σε κάνω να με αφήσεις.
Να μείνω εγώ, μόνη μου, εγώ, σε άδειο σώμα, μα επιτέλους ΜΟΝΗ ΜΟΥ. 
Χωρίς τίποτα να μπορεί να σε ξυπνήσει, αφού δεν θα κοιμάσαι μέσα μου πια.
Να είμαι εσύ ολοκληρωτικά και καθόλου.. 







(δυστυχώς) Συνεχίζεται..

Δευτέρα, 11 Απριλίου 2011

αν είσαι, είμαι.

Τρέμω στη σκέψη του αγγίγματός σου.
Τρέμω στη σκέψη πως δεν θα με ξαναγγίξεις.



Δεν είναι το ίδιο τρέμουλο.
Να ξαπλώνω στο κρεβάτι μου αγκαλιά με ένα χείμαρρο αγγίγματα, δικά σου όλα.
Με τα άτιμα φιλιά της αμφιβολίας στο προσκεφάλι μου, όλα εκείνα που ονειρεύομαι και δεν ξέρω αν θα γευτώ.
Σαν ένας δαίμονας να το χει βάλει στοίχημα, να μην μ' αφήνει να κοιμηθώ τα βράδια και εκείνα, επίμονα, να τρυπάν το κορμί μου σαν χίλιες, μικρές, αόρατες βελόνες.

Το λάθος τραγούδι στο ραδιόφωνο.

Ένα λεπτό κενού χρόνου που δεν είχα υπολογίσει

και βρέθηκα ξαφνικά να χάνω στο αλλόκοτο κρυφτό που παίζα τόσο καιρό με την μελαγχολία.
Να γλείφω δειλά ψευδαισθήσεις μιας αγκαλιάς και ελπίδες ενός πιθανού γυρισμού 
και το ρολόι να γυρίζει ανάποδα, κάνοντας το ξημέρωμα ν' αργεί μαρτυρικά πολύ.
Να χει μια τόσο όμορφη μέρα και εγώ να μην θέλω/ να μην μπορώ,
να αφήσω τον ήλιο να ζεστάνει το χειμωνιάτικό μου δέρμα.
Ντυμένη με φύλλα σε αποχρώσεις του καφέ και του γκρίζου, βαριά και αργοκίνητη, 
ικανή μονάχα να ρουφώ κάθε κόκκο σκόνης που αφήνεις πίσω σου τρέχοντας προς την άνοιξη.
Μέχρι να γυρίσω το κεφάλι μου, έχεις ήδη περάσει και χαθεί, ξεχνώντας με αιώνες πίσω.
Ανοίγω τα μάτια. 

Εφιάλτες δεν είναι αυτά που ζω όταν κοιμάμαι, αλλά αυτά που -δεν- αντικρίζω όταν είμαι ξύπνια.

Παρασκευή, 21 Ιανουαρίου 2011

extirpación.


   Κατακλυσμός εικόνων. Διαμελισμένα δευτερόλεπτα ευτυχίας.
Πυρετός. Τα λόγια τους. Τα λόγια τους σαν φλόγες που ξερνάνε γιγαντιαίοι δράκοι που έχουν πάρει τη θέση της γλώσσας τους.
  Πόλεμος. Στη μια μεριά τα γεγονότα. Στην άλλη εσύ. Στη μέση εμείς.
Βλέπεις το φως μας να τρεμοπαίζει και να σβήνει. Ξεθωριάζουμε σταδιακά.
Μένεις εσύ αντιμέτωπος με τα γεγονότα. Σε πλησιάζουν· κάποια τα αναγνωρίζεις, κάποια άλλα, όχι. Κάποια έχουν παραμορφωθεί τόσες μέρες που πέρασαν στο πεδίο της μάχης. Κάποια έχουν ξεχαστεί, αφηρημένα στις τελευταίες γραμμές.
Μαζί τους πολεμούν οι συσκευές. Υπολογιστές και τηλέφωνα στη πρώτη γραμμή. Κρατάνε πανό. Και όλα προβάλλουν μία εικόνα: το στήθος μου.
Έτοιμο να σπάσει, βαρύ, σαν να χει γίνει η καρδιά μου από μολύβι.
Βάζεις το χέρι σου μέσα από τη μπλούζα μου, ηλεκτρισμός για ένα δευτερόλεπτο και μετά με μια απότομη κίνηση, τη ξεριζώνεις.-δεν πονάει τόσο όσο νόμιζα.
Το χέρι σου είναι μαύρο, η μολυβένια μου καρδιά ακόμα χτυπάει, ζεστή μέσα στη παλάμη σου.
Εγώ δεν είμαι καν παρούσα για να σε εμποδίσω.
Δεν βλέπεις τα μάτια μου-είναι πιο εύκολο έτσι.
Αρχίζεις να τρέχεις. Άγριο τοπίο. Καμία ομορφιά, η καρδιά μου ακόμα στο χέρι σου.
Κάθεσαι σε μια πέτρα, εξαντλημένος, λαχανιασμένος.
  Το μόνο που ακούγεται, ο ήχος της ανάσας σου.
Και ψίθυροι. 
Προέρχονται από το μολυβένιο σου απόκτημα.
Σε τρελαίνουν· το μυαλό σου είναι πολύ κουρασμένο για να ξεχωρίσει λέξεις και νοήματα μέσα σ’αυτόν τον καταρράκτη συναισθημάτων.
Την πετάς μακριά. Αλλά τώρα οι ψίθυροι ακούγονται δυνατότερα από ποτέ.
Παίρνεις μια μυτερή πέτρα· δεν μπορείς να δεις τα μάτια μου μα είσαι σίγουρος πως κλαίω. Σκοτεινές αποχρώσεις μιας διεστραμμένης ευχαρίστησης.

Πλησιάζεις τη καρδιά μου αργά, μεθοδικά, η πέτρα στα χέρια σου φαντάζει απειλητική.
Μικρή ανατροπή γεγονότων: δε σε παρακαλώ για τη σωτηρία της, σε ικετεύω να το κάνεις.
Τη στιγμή που τη σχίζεις, μαύρα δάκρυα αναβλύζουν απ’τα μάτια σου. Δεν τα βλέπει κανείς όμως, με τόσο σκοτάδι τριγύρω.
Συνεχίζεις να την τρυπάς με μανία, η καρδιά μου έχει πλέον ένα ακαθόριστο σχήμα, μέχρι που διαλύεται εντελώς. Σαν να θες να βάλεις μιαν επικίνδυνη τελεία, τη λιώνεις και γράφεις με αυτή τις τελευταίες σου λέξεις.  

Και είναι τα λόγια τους 



·