Τετάρτη 15 Φεβρουαρίου 2012

Η μάσκα που κρύβεις


Μερικές φορές συμβαίνει. Βλέπεις τον κίνδυνο και όμως παρόλα αυτά τρέχεις καταπάνω του όπως οι πεταλούδες γυρίζουν γύρω από τη φωτιά που τις μαγεύει και θρέφεται από αυτές. 
Σαν να χει απορρυθμιστεί το σύστημά σου και όλα μέσα σου να εντείνονται τόσο ώστε το πρωί να σε αφήνει σε ένα μέρος που δεν θυμάσαι και τα βράδια να μη σε βρίσκουν ποτέ στο μέρος που θα θελες.
 Και παλεύεις μέσα σου με τη συνηθισμένη σου μάσκα, που σε έχει βέβαια σώσει πολλές φορές μα αυτή τη φορά της φωνάζεις πως δεν θέλεις να σωθείς και εκείνη σου φωνάζει πως είναι η πρώτη φορά που τη χρειάζεσαι τόσο. 
Και τη πετάς και τη ξεχνάς σε μια γωνιά και βάζεις μιαν άλλη, μια χαρούμενη, μια που φοράς σπάνια, μια που σε κάνει να χορεύεις μεθυσμένη από ευτυχία στις έξι το πρωί και να εισπνέεις τον καπνό απ’ τα τσιγάρα του σαν να ήταν καθαρός αέρας και για πρώτη φορά να βγάζουν τόσο πολύ νόημα οι στίχοι των τραγουδιών, τόσο πολύ που εύχεσαι την ώρα που τα τραγουδάς  να μπορούσες να πετάξεις φωνάζοντας δυνατά «είμαστε αυτός ο στίχος». 
Και πέφτεις έτσι στο κρεββάτι φορώντας τη χαρούμενη μάσκα σου, μα ο ύπνος σας ξεβάφει, η μάσκα σου μοιάζει μάλλον με κακό αποκριάτικο αστείο και το επόμενο πρωί το μόνο που χεις να σου θυμίζει τη χθεσινή σου ευτυχία είναι ένα κακό χανγκόβερ, ένας λαιμός που χρειάζεται τρία παυσίπονα για να θυμίσει ξανά φωνή ανθρώπου και ένα θαμπό δέρμα που νοσταλγεί τη λάμψη του έρωτα.
 Δεν μπορείς να θυμηθείς κανένα στίχο, κανέναν ήχο, καμιά μουσική. Η παλιά σου μάσκα σε κοιτάει με αυτό το «σ’τα λεγα εγώ» ύφος και εσύ τη παίρνεις και τη φοράς απρόθυμα γεμίζοντάς την άφατη χαρά που για μια ακόμα φορά βγήκε σωστή. 
Και έτσι, απογοητευμένες και θυμωμένες η μία με την άλλη φτιάχνετε καφέ και κοιταζόσαστε με εκείνη να νεύει κατευναστικά και εσένα να προσπαθείς να καταλάβεις τι πάει λάθος. 
Προσθέτεις μια κουταλιά ζάχαρη στο καφέ σου, μεγάλη και εκείνη γνέφει το κεφάλι της επικριτικά κοιτάζοντας τη ζυγαριά σου. 
Και τότε το βλέπεις! Το μόνο λάθος που κάνεις είναι που επιλέγεις να φοράς ακόμα αυτή τη μάσκα, μια μάσκα που δεν γελά, δεν χορεύει, δεν ερωτεύεται, δεν απογοητεύται, δεν κλαίει.
 Η μάσκα που φοβάται να ρισκάρει, που κρυώνει γιατί δεν θέλει να πλησιάσει τη φωτιά. 
Και την έχεις συνηθίσει τόσο, που είσαι στη σκιά της, ένα φοβικό παιδί που παίζει πάντα στο μπαλκόνι του, με μοναδικό φίλο ένα μπαλόνι δεμένο στα κάγκελα. 
Τη βγάζεις. Σε κοιτά περιμένοντας να κάνεις το επόμενό σου βήμα. Να δει, ποια μάσκα θα φορέσεις τώρα μέχρι να βαρεθείς και να γυρίσεις μετανιωμένη πίσω στη σιγουριά της.
Έκπληξη. Αυτή τη φορά θα δοκιμάσουμε χωρίς μάσκες. Χωρίς καλούπια. Χωρίς κουτάκια. Θα δούμε τα πρόσωπα γυμνά. Ναι, θα ναι δύσκολο, μα με τον καιρό συνηθίζεται. 
Ίσως πιο εύκολα απ’ ότι μια αποπνικτική μάσκα. 

Πέμπτη 26 Μαΐου 2011

εξορκισμοί..

Πάλι σε ονειρεύτηκα. Αυτή τη φορά δέχτηκες να μ' ακούσεις και στο τέλος με αγκάλιασες.
Πάνε περίπου οχτώ μήνες που σε βλέπω σχεδόν κάθε βράδυ στον ύπνο μου και ποτέ δεν είσαι δίπλα μου όταν ξυπνάω. 
Και πάντα σηκώνομαι στεναχωρημένη, με κακή διάθεση, περιμένοντας τη στιγμή που θα ξαναπέσω για ύπνο για να σε δω.
Δεν είσαι ο μόνος που πληγώθηκε.. Μα αν κρίνω από τους μήνες που περάσαν θα 'σαι μάλλον αυτός που από τους δύο μας θα καταφέρει να το ξεπεράσει. 
Εγώ είμαι ακόμα  εδώ. Μιλάω για σένα τουλάχιστον μια φορά την μέρα και σε σκέφτομαι πολύ περισσότερες. 
Πλέον δεν μπορώ να γράψω. Τελευταία φορά που έγραψα κάτι, δεν δέχτηκες καν να το διαβάσεις.
Όλες μου οι προσπάθειες πέφτουν στο κενό.
Μπορώ -μάλλον- να καταλάβω τι έκανα και με τιμωρείς έτσι.
Πες μου όμως τι μπορώ να κάνω για να με συγχωρέσεις.
Ή έστω για να σε ξεπεράσω.
Δεν αντέχω να νοιώθω άλλο έτσι. Άπλα κουράστηκα και δεν με βγάζει πουθενά.
Θέλω απλά να έχω τα πάντα από σένα.
Να εισπνεύσω όλη σου τη μυρωδιά.
Να γευτώ την παραμικρή σου ανάσα.
Να σ' αγκαλιάσω βίαια και να νιώσω το σώμα σου πάνω στο δικό μου, ώσπου να ηλεκτριστούν  οι ρίζες των μαλλιών μου απ' την αφή.

Να μπεις σε κάθε εκατοστό του κορμιού μου, ώστε όλα μου τα κύτταρα να γεμίσουν από σένα.
Έστω για ένα δευτερόλεπτο να γίνω εσύ.
Να δω με τη ματιά σου, να ακούσω ό,τι ακούς, να έχω το ηχόχρωμα της φωνής σου.
Να γίνω εσύ, με τις σπασμωδικές κινήσεις σου, εσύ, με τις αποφάσεις που πονάνε, εσύ, τόσο γλυκός και τρυφερός και καλός και σκληρός και βίαιος και κακός. Εσύ. 
Να είμαι εσύ, να σε έχω τόσο.
Έστω για ένα δευτερόλεπτο.
Και έπειτα να σε διώξω. Να σε βγάλω από μέσα μου. Να ξεσκονίσω όλα τα ξεχασμένα σου κομμάτια. Να γίνω εσύ, για να σε κάνω να με αφήσεις.
Να μείνω εγώ, μόνη μου, εγώ, σε άδειο σώμα, μα επιτέλους ΜΟΝΗ ΜΟΥ. 
Χωρίς τίποτα να μπορεί να σε ξυπνήσει, αφού δεν θα κοιμάσαι μέσα μου πια.
Να είμαι εσύ ολοκληρωτικά και καθόλου.. 







(δυστυχώς) Συνεχίζεται..

Δευτέρα 11 Απριλίου 2011

αν είσαι, είμαι.

Τρέμω στη σκέψη του αγγίγματός σου.
Τρέμω στη σκέψη πως δεν θα με ξαναγγίξεις.



Δεν είναι το ίδιο τρέμουλο.
Να ξαπλώνω στο κρεβάτι μου αγκαλιά με ένα χείμαρρο αγγίγματα, δικά σου όλα.
Με τα άτιμα φιλιά της αμφιβολίας στο προσκεφάλι μου, όλα εκείνα που ονειρεύομαι και δεν ξέρω αν θα γευτώ.
Σαν ένας δαίμονας να το χει βάλει στοίχημα, να μην μ' αφήνει να κοιμηθώ τα βράδια και εκείνα, επίμονα, να τρυπάν το κορμί μου σαν χίλιες, μικρές, αόρατες βελόνες.

Το λάθος τραγούδι στο ραδιόφωνο.

Ένα λεπτό κενού χρόνου που δεν είχα υπολογίσει

και βρέθηκα ξαφνικά να χάνω στο αλλόκοτο κρυφτό που παίζα τόσο καιρό με την μελαγχολία.
Να γλείφω δειλά ψευδαισθήσεις μιας αγκαλιάς και ελπίδες ενός πιθανού γυρισμού 
και το ρολόι να γυρίζει ανάποδα, κάνοντας το ξημέρωμα ν' αργεί μαρτυρικά πολύ.
Να χει μια τόσο όμορφη μέρα και εγώ να μην θέλω/ να μην μπορώ,
να αφήσω τον ήλιο να ζεστάνει το χειμωνιάτικό μου δέρμα.
Ντυμένη με φύλλα σε αποχρώσεις του καφέ και του γκρίζου, βαριά και αργοκίνητη, 
ικανή μονάχα να ρουφώ κάθε κόκκο σκόνης που αφήνεις πίσω σου τρέχοντας προς την άνοιξη.
Μέχρι να γυρίσω το κεφάλι μου, έχεις ήδη περάσει και χαθεί, ξεχνώντας με αιώνες πίσω.
Ανοίγω τα μάτια. 

Εφιάλτες δεν είναι αυτά που ζω όταν κοιμάμαι, αλλά αυτά που -δεν- αντικρίζω όταν είμαι ξύπνια.

Παρασκευή 21 Ιανουαρίου 2011

extirpación.


   Κατακλυσμός εικόνων. Διαμελισμένα δευτερόλεπτα ευτυχίας.
Πυρετός. Τα λόγια τους. Τα λόγια τους σαν φλόγες που ξερνάνε γιγαντιαίοι δράκοι που έχουν πάρει τη θέση της γλώσσας τους.
  Πόλεμος. Στη μια μεριά τα γεγονότα. Στην άλλη εσύ. Στη μέση εμείς.
Βλέπεις το φως μας να τρεμοπαίζει και να σβήνει. Ξεθωριάζουμε σταδιακά.
Μένεις εσύ αντιμέτωπος με τα γεγονότα. Σε πλησιάζουν· κάποια τα αναγνωρίζεις, κάποια άλλα, όχι. Κάποια έχουν παραμορφωθεί τόσες μέρες που πέρασαν στο πεδίο της μάχης. Κάποια έχουν ξεχαστεί, αφηρημένα στις τελευταίες γραμμές.
Μαζί τους πολεμούν οι συσκευές. Υπολογιστές και τηλέφωνα στη πρώτη γραμμή. Κρατάνε πανό. Και όλα προβάλλουν μία εικόνα: το στήθος μου.
Έτοιμο να σπάσει, βαρύ, σαν να χει γίνει η καρδιά μου από μολύβι.
Βάζεις το χέρι σου μέσα από τη μπλούζα μου, ηλεκτρισμός για ένα δευτερόλεπτο και μετά με μια απότομη κίνηση, τη ξεριζώνεις.-δεν πονάει τόσο όσο νόμιζα.
Το χέρι σου είναι μαύρο, η μολυβένια μου καρδιά ακόμα χτυπάει, ζεστή μέσα στη παλάμη σου.
Εγώ δεν είμαι καν παρούσα για να σε εμποδίσω.
Δεν βλέπεις τα μάτια μου-είναι πιο εύκολο έτσι.
Αρχίζεις να τρέχεις. Άγριο τοπίο. Καμία ομορφιά, η καρδιά μου ακόμα στο χέρι σου.
Κάθεσαι σε μια πέτρα, εξαντλημένος, λαχανιασμένος.
  Το μόνο που ακούγεται, ο ήχος της ανάσας σου.
Και ψίθυροι. 
Προέρχονται από το μολυβένιο σου απόκτημα.
Σε τρελαίνουν· το μυαλό σου είναι πολύ κουρασμένο για να ξεχωρίσει λέξεις και νοήματα μέσα σ’αυτόν τον καταρράκτη συναισθημάτων.
Την πετάς μακριά. Αλλά τώρα οι ψίθυροι ακούγονται δυνατότερα από ποτέ.
Παίρνεις μια μυτερή πέτρα· δεν μπορείς να δεις τα μάτια μου μα είσαι σίγουρος πως κλαίω. Σκοτεινές αποχρώσεις μιας διεστραμμένης ευχαρίστησης.

Πλησιάζεις τη καρδιά μου αργά, μεθοδικά, η πέτρα στα χέρια σου φαντάζει απειλητική.
Μικρή ανατροπή γεγονότων: δε σε παρακαλώ για τη σωτηρία της, σε ικετεύω να το κάνεις.
Τη στιγμή που τη σχίζεις, μαύρα δάκρυα αναβλύζουν απ’τα μάτια σου. Δεν τα βλέπει κανείς όμως, με τόσο σκοτάδι τριγύρω.
Συνεχίζεις να την τρυπάς με μανία, η καρδιά μου έχει πλέον ένα ακαθόριστο σχήμα, μέχρι που διαλύεται εντελώς. Σαν να θες να βάλεις μιαν επικίνδυνη τελεία, τη λιώνεις και γράφεις με αυτή τις τελευταίες σου λέξεις.  

Και είναι τα λόγια τους 



·

Σάββατο 10 Ιουλίου 2010

παρανοϊκός απολογισμός του τελευταίου χρόνου.

    
   Σιχαίνομαι να σε βλέπω online και να μη μου μιλάς.
Νευριάζω όταν βλέπω το νούμερο σου στο κινητό μου και δεν έχω το θάρρος να σου στείλω ένα μήνυμα.
Αηδιάζω και τρελαίνομαι κάθε φορά που αφήνω τη σκέψη σου να διαταράξει την ησυχία του μυαλού μου.
Θα ‘θελα να ξεριζώσω κάθε εικόνα από μέσα μου, κάθε ανάμνηση που να σε θυμίζει.
Μισώ τον εαυτό μου που μιλάει για σένα και μισώ και όλους αυτούς που με ακούνε ακόμα. Μισώ το ηλεκτρονικό σου γέλιο.
Xaxaxaxa
Μοιάζει τόσο ειρωνικό και ψεύτικο.
Μισώ τις συζητήσεις που κάναμε μέχρι τις 7 το πρωί. Τους ηλίθιους κανόνες σου για τις «σχέσεις». Την μουσική που ακούς. Τις ταινίες που μας άρεσαν. Τα ταξίδια που θέλεις να κάνεις.
"θύματα των media"
Έτσι δεν λες;
«είμαστε όλοι θύματα της τεχνολογίας και ζούμε σε έναν νέο μεσαίωνα.


Και όταν είσαι αληθινά δίπλα μου, τότε τι;
Σε κοιτάω και τρέμω γιατί φοβάμαι πως θα ακούσεις την καρδιά μου που χτυπάει ΤΟΣΟ δυνατά.
Θέλω να σε σκίσω με τα νύχια μου για να σου προκαλέσω ένα γαμημένο συναίσθημα-ακόμα και αν αυτό είναι ο πόνος.
Και την ίδια στιγμή μιλάς και δεν μπορώ να καταλάβω τι λες, γιατί σκέφτομαι πως θα ήταν να με φιλάς και εσύ με περνάς για χαζή. Και γελάς-και εγώ θέλω να σ’αγκαλιάσω. 
Και εσύ δεν έχεις ιδέα τι μπορεί να σκέφτομαι αλλά υποψιάζομαι πως μπορείς να μαντέψεις αφού κάθε μου σκέψη αποτυπώνεται στο πρόσωπο μου, εν αντιθέσει με το δικό σου πρόσωπο που παραμένει τόσο όμορφο μες την απάθεια του.
Και αρχίζω πάλι να σκέφτομαι μήπως δεν είμαι όμορφη αρκετά, έξυπνη αρκετά, καλή αρκετά, οτιδήποτε αρκετά για να είμαι μαζί σου.-Όχι! Ούτε καν να είμαι μαζί σου, απλά να σου κλέψω ένα φιλί.
Χμμ.. Τώρα ξέρουμε πως είμαι αρκετά απελπισμένη.


Και πως σίγουρα   δ ε ν  είμαι το κορίτσι που ήμουν παλιά, γιατί το κορίτσι εκείνο δεν θα περίμενε τόσους μήνες για να τα πείτε σε ένα μπαλκόνι μετά τις τρεις τα ξημερώματα.
Και αυτό δεν θα με ενοχλούσε, το αντίθετο θα έλεγα, αρκεί το μπαλκόνι να ήταν δικό σου, ή δικό μου και όχι κάποιου τρίτου.
Πάντα με ενοχλούσε η ύπαρξη τρίτων στην μεταξύ μας σχέση.
Εσένα προφανώς σε εξιτάρει. Εμένα δεν μου επιτρέπει να είμαι αυθόρμητη.
Εσύ, υπήρξες αυθόρμητος ποτέ;
Μετά από τόσους κανόνες, πρέπει και απαγορεύεται έχω αρχίσει να αμφιβάλλω.
«ξενερώνω όταν γίνεται αυτό.. Δεν μου αρέσει όταν η άλλη με πλησιάζει έτσι.. Δεν αντέχω όταν μια κοπέλα κάνει αυτό»
Μισώ που ξέρω όλους τους κανόνες σου, τα do’s και don’t και τώρα δεν μπορώ με κανένα τρόπο να σε προσεγγίσω.
Χα!
Βλέπω πέτυχε το παιχνιδάκι σου.
Αυτό ήθελες να κάνεις από την αρχή. Θα μπορούσα να σε παρομοιάσω με αράχνη αλλά αυτή τη στιγμή θέλω απλά να έρθω εκεί που είσαι και να σε βρίσω που με κάνεις να αισθάνομαι τόσο άσχημα για τον εαυτό μου και που καθημερινά υποτιμάς τη νοημοσύνη μου.
Νομίζω πως κουράστηκα να ασχολούμαι μαζί σου.


Εύχομαι να το εννοώ αυτή τη φορά.










Προφανώς και δεν το εννοούσα.



Και να ‘μαι πάλι να γράφω για σένα.
Βγαίνω έξω χαρούμενη – ίσως σε συναντήσω αυτή τη φορά-
Και γυρίζω σπίτι θυμωμένη.
Δεν κοιμάμαι καλά τον τελευταίο καιρό.
Στριφογυρίζω στο κρεβάτι μου σα δαίμονας.
Ξυπνάω με νεύρα, ντύνομαι, σκέφτομαι πως μπορεί να σε πετύχω κάπου, βάζω το κραγιόν μου, δεν σε βλέπω πουθενά, γυρίζω σπίτι.
Πάλι νεύρα.
Πάνε μήνες τώρα που συμβαίνει αυτό.
Κάποια ευχάριστα διαλείμματα στην ανιαρή καθημερινότητα μου
-μην το πάρεις πάνω σου. Και εσύ υπήρξες ένα τέτοιο. Μόνο που εσύ δεν ήσουν πάντα ευχάριστο.
-ούτε αυτό να το πάρεις πάνω σου-
Ο κέρσορας αναβοσβήνει εριστικά στην οθόνη του υπολογιστή μου και νοιώθω πως με κοροϊδεύει.
Τα βράδια του καλοκαιριού στην πόλη είναι δύσκολα.
Νοιώθω το κορμί μου να καίει.
Σιγανή μουσική υπόκρουση.
Τα παγάκια στο νερό λιώνουν μέσα σε πέντε λεπτά κάνοντας ήχους κρουστών.
Μπαλκόνι. Το δικό μου αυτή τη φορά.
Φυσάει ελαφρύς αέρας.
Θα ήθελα να είμαι αλλού. Που; Αλλού. Οπουδήποτε. Πουθενά συγκεκριμένα.
Όχι απαραίτητα με κάποιον. Ούτε καν με εσένα. Δεν βρίσκεσαι εδώ πια.
Είναι κάποιος άλλος τώρα.
Πάντα είναι κάποιος άλλος.
Η τηλεόραση εκπέμπει φως. Το απόλυτο μήνυμα.
Εικόνες τρεμοπαίζουν. Δεν θυμάμαι τι είδα το προηγούμενο δευτερόλεπτο.
Ο ήχος στο mute. Δεν ακούγεται τίποτα πλέον.
Δεν υπάρχει τίποτα μες στο κεφάλι μου για να ακούσω. Καμία σκέψη.
Κάτι μυρίζει στον αέρα. Καλοκαίρι.
Αφουγκράζομαι όλους τους ήχους προσπαθώντας να μας θυμηθώ.
Ένα αποτυχημένο παρκάρισμα. Η τέντα να κουνιέται απαλά.
Ένας καυγάς σε ρωσική γλώσσα. Χωρίζονται από έναν Αφρικανό που μιλάει ελληνικά. Βαβέλ.
«Δεν θέλουμε φασαρίες στη γειτονιά.»
Μα, δεν έχουμε φασαρίες. Έχουμε μόνο απόλυτη ησυχία.
Εκατομμύρια μπαλκόνια, ελάχιστος ουρανός, δεν σε σκέφτομαι.
Και δεν ξέρω αν αυτό πονάει εσένα ή εμένα περισσότερο.
Το μελάνι κάνει κηλίδες στο χαρτί μου.
Μυστήρια φώτα, επικίνδυνες βραδινές βόλτες.
Δεν θα πρεπε να είσαι εδώ. Θα έπρεπε να κάνεις κάτι.
Ζέστη και μελαγχολία γίνονται ένα, σκεπάζουν το κορμί σου, το τυλίγουν, νιώθεις να κολλάς.
Κολλάς· έχεις κολλήσει εδώ; Θα έχεις ένα ακόμα άυπνο βράδυ.  Πλέον μιλάω και για τους δύο μας.
Σε λίγο ξημερώνει.
Μοναδικός ήχος τα σκουπιδιάρικα.
Μόνο ένα αστέρι. Και μόνο ένα φως στο απέναντι μπαλκόνι.
Μου αρκεί..


Θλιβερός απολογισμός. Μετράω τις ζημιές μου.
of all the things I've lost, I miss my mind the most..




Πέμπτη 6 Μαΐου 2010

"να πονάς απο επιθυμία.."

"Θα αφήσω μέσα σου
ένα κεντρί σα χάδι
Να σε κάνω να πονάς
από επιθυμία."



Υπερβολές. Και μέσα μας και έξω μας και γύρω μας. Να θες να γράψεις τόσα πολλά, να θες να πείς ακόμα περισσότερα και να καταλήγεις, στην χειρότερη, να χαμογελάς αμήχανα και στην καλύτερη, να μιλάς περι ανέμων και υδάτων. 

Δεν θέλω αλλό να μιλάω για γεγονότα τετριμένα.
Κουράστηκα.
θέλω μια νέα αρχή μαζί σου.
Εμείς, ας λέμε απλά αλήθειες.

απλά;

Δευτέρα 8 Μαρτίου 2010

special needs

baby love

Αγόρασε μου ένα μπαλόνι! Πάρε μου ποπ κορν, παγωτό, μαλλί της γριάς.
Κάνε βόλτες μαζί μου μέχρι να βρούμε ένα μέρος να κάτσουμε και χαμογέλασε μου όταν αποφασίσω πως θέλω να πάμε κάπου αλλού. Χάιδεψε μου τα μάγουλα. Δοκίμασε το νερό με το χέρι σου και λούσε τα μαλλιά μου.
Σκούπισε με, με μια απαλή και αφρατη πετσέτα που μυρίζει λεβάντα και βάλε με για ύπνο. Τραγούδα και νανούρισε με μέχρι να αποκοιμηθώ. Θέλω να μείνεις ξύπνιος και να με κοιτάς ως το πρωί, που θα ανοίξω τα μάτια μου. Να μου πεις καλημέρα και να με φιλήσεις γλυκά.

Βλέπεις, έχω ανάγκη από στοργή, φροντίδα και προδερμ όταν βγάζω τα τακούνια της μαμάς μου.
Και δεν θέλω να σαι εκεί για να μου βάλεις τις φωνές, αλλά για να παίξεις μαζί μου και να μου χαρίσεις τη νίκη.
Λοιπόν, θα είσαι;
Και μερικές φορές το μπαλόνι φεύγει από το χέρι μου. Τα ποπ-κορν μου πέφτουν βαριά, το παγωτό λιώνει πριν το φάω και το μαλλί της γριάς κολλάει στο χέρι μου.
Κανένα μέρος δεν μου αρέσει για να κάτσω και καμία απόφαση δεν μου μοιάζει σωστή. Οι πετσέτες είναι στα άπλυτα, το νερό είναι κρύο και η φωνή σου έχει κλείσει.
Μπορείς ακόμα και αυτές τις μέρες να σαι τρυφερός:
Ξέρω πως είναι δύσκολο, αλλά το “Johnson’s” δεν κάνει θαύματα.
Μερικές φορές ακόμα, τα μάτια μου τσούζουν.