Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα όρια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα όρια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 5 Μαρτίου 2013

Τρέξε Λόλα, τρέξε

Μια μέρα θα φύγω από τη ζωή σου, έτσι ξαφνικά, όπως μπήκα.
Δε θα κάνω θόρυβο. Δε ξέρω καν αν θα αφήσω ίχνη.
Αναρωτιέμαι αν θα το καταλάβεις. Αν θα σου λείψω ή αν θα με σκέφτεσαι που και που.
Και στη μικρή εκείνη αιωρούμενη στιγμή, που θα πάρω την απόφαση, δεν ξέρω αν θα με σπρώξεις μακριά ή προς το μέρος σου.
Παίζουμε τα παιχνίδια σου καιρό. Μερικές φορές παραπονέθηκα, στην ανάγκη μου να παίξουμε κάτι άλλο. Κουράστηκα με το κυνηγητό, τους κλέφτες και αστυνόμους, το κρυφτό.
Τα πόδια μου με απογοητεύουν. Συνεχίζουν να τρέχουν -κουρασμένα- αλλά ποτέ μακριά σου. Σταματώ τα δάκρυα στην άκρη των ματιών, παίρνω βαθιές εισπνοές και συνεχίζω.  
Οι ελάχιστες στιγμές ευτυχίας δίπλα σου δεν δικαιολογούν την εμμονή μου να υπακούω σε όλους τους καινούργιους, απαράβατους κανόνες που θεσπίζεις κάθε φορά που θέλεις να κερδίσεις.
Λέω πως δεν ανησυχώ για μένα. Πως ξέρω τα όρια μου.
Μα τελευταία, νιώθω πως τα αγγίζεις, παίζεις μαζί τους, γράφεις τραγούδια με τις λεπτά  τεντωμένες χορδές τους, γελάς ενώ καταλαβαίνεις πως είναι έτοιμες να σπάσουν.
Δεν θα σβήσω σταδιακά. Θα ναι ένα απότομο σταμάτημα.
 Δεν θα παραβώ κανέναν από τους εκατομμύρια κανόνες σου. Τα "μη" και "απαγορεύεται" δεν με δελεάζουν πια όπως στην αρχή. Απλά θα αποχωρήσω απ το παιχνίδι.
 Θα βρω άλλον συμπαίκτη. Και εσύ θα βρεις άλλον να παίξεις μαζί του.
Εγώ θα λαμβάνω απλόχερα αυτά που εσύ μου δινες με σταγονόμετρο και εσύ θα αναγγέλεις ντυμένος με φράκο και ημίψηλο την βαθμολογία μου στα μεγάφωνα.
Νιώθω πως πέρασα τη βάση. Οι βασικές μου ανάγκες όμως έμειναν ακάλυπτες.
Την μέρα που θα φύγω, θα τη νιώσεις. Θα ξυπνήσεις διαφορετικά και ενώ ο καφές σου θα χει την ίδια γεύση, θα χεις αυτό το περίεργο αίσθημα πως κάτι θα συμβεί.
Δεν θα το συσχετίσεις με εμένα. Όχι αρχικά, τουλάχιστον.
Καθώς η μέρα θα προχωρά και εσύ θα χάνεσαι στον συνηθισμένο χορό της καθημερινότητας σου, θα χεις μια έκλαμψη που θα συνδέεται με εμένα. Θα με αναζητήσεις. Θα απαντήσω με τον ίδιο τρόπο που απαντώ κάθε φορά που με καλείς.
Μα θα ξέρουμε και οι δύο πως δεν είναι το ίδιο.
Και πως δε θα ναι ξανά.

Τετάρτη 15 Φεβρουαρίου 2012

Η μάσκα που κρύβεις


Μερικές φορές συμβαίνει. Βλέπεις τον κίνδυνο και όμως παρόλα αυτά τρέχεις καταπάνω του όπως οι πεταλούδες γυρίζουν γύρω από τη φωτιά που τις μαγεύει και θρέφεται από αυτές. 
Σαν να χει απορρυθμιστεί το σύστημά σου και όλα μέσα σου να εντείνονται τόσο ώστε το πρωί να σε αφήνει σε ένα μέρος που δεν θυμάσαι και τα βράδια να μη σε βρίσκουν ποτέ στο μέρος που θα θελες.
 Και παλεύεις μέσα σου με τη συνηθισμένη σου μάσκα, που σε έχει βέβαια σώσει πολλές φορές μα αυτή τη φορά της φωνάζεις πως δεν θέλεις να σωθείς και εκείνη σου φωνάζει πως είναι η πρώτη φορά που τη χρειάζεσαι τόσο. 
Και τη πετάς και τη ξεχνάς σε μια γωνιά και βάζεις μιαν άλλη, μια χαρούμενη, μια που φοράς σπάνια, μια που σε κάνει να χορεύεις μεθυσμένη από ευτυχία στις έξι το πρωί και να εισπνέεις τον καπνό απ’ τα τσιγάρα του σαν να ήταν καθαρός αέρας και για πρώτη φορά να βγάζουν τόσο πολύ νόημα οι στίχοι των τραγουδιών, τόσο πολύ που εύχεσαι την ώρα που τα τραγουδάς  να μπορούσες να πετάξεις φωνάζοντας δυνατά «είμαστε αυτός ο στίχος». 
Και πέφτεις έτσι στο κρεββάτι φορώντας τη χαρούμενη μάσκα σου, μα ο ύπνος σας ξεβάφει, η μάσκα σου μοιάζει μάλλον με κακό αποκριάτικο αστείο και το επόμενο πρωί το μόνο που χεις να σου θυμίζει τη χθεσινή σου ευτυχία είναι ένα κακό χανγκόβερ, ένας λαιμός που χρειάζεται τρία παυσίπονα για να θυμίσει ξανά φωνή ανθρώπου και ένα θαμπό δέρμα που νοσταλγεί τη λάμψη του έρωτα.
 Δεν μπορείς να θυμηθείς κανένα στίχο, κανέναν ήχο, καμιά μουσική. Η παλιά σου μάσκα σε κοιτάει με αυτό το «σ’τα λεγα εγώ» ύφος και εσύ τη παίρνεις και τη φοράς απρόθυμα γεμίζοντάς την άφατη χαρά που για μια ακόμα φορά βγήκε σωστή. 
Και έτσι, απογοητευμένες και θυμωμένες η μία με την άλλη φτιάχνετε καφέ και κοιταζόσαστε με εκείνη να νεύει κατευναστικά και εσένα να προσπαθείς να καταλάβεις τι πάει λάθος. 
Προσθέτεις μια κουταλιά ζάχαρη στο καφέ σου, μεγάλη και εκείνη γνέφει το κεφάλι της επικριτικά κοιτάζοντας τη ζυγαριά σου. 
Και τότε το βλέπεις! Το μόνο λάθος που κάνεις είναι που επιλέγεις να φοράς ακόμα αυτή τη μάσκα, μια μάσκα που δεν γελά, δεν χορεύει, δεν ερωτεύεται, δεν απογοητεύται, δεν κλαίει.
 Η μάσκα που φοβάται να ρισκάρει, που κρυώνει γιατί δεν θέλει να πλησιάσει τη φωτιά. 
Και την έχεις συνηθίσει τόσο, που είσαι στη σκιά της, ένα φοβικό παιδί που παίζει πάντα στο μπαλκόνι του, με μοναδικό φίλο ένα μπαλόνι δεμένο στα κάγκελα. 
Τη βγάζεις. Σε κοιτά περιμένοντας να κάνεις το επόμενό σου βήμα. Να δει, ποια μάσκα θα φορέσεις τώρα μέχρι να βαρεθείς και να γυρίσεις μετανιωμένη πίσω στη σιγουριά της.
Έκπληξη. Αυτή τη φορά θα δοκιμάσουμε χωρίς μάσκες. Χωρίς καλούπια. Χωρίς κουτάκια. Θα δούμε τα πρόσωπα γυμνά. Ναι, θα ναι δύσκολο, μα με τον καιρό συνηθίζεται. 
Ίσως πιο εύκολα απ’ ότι μια αποπνικτική μάσκα. 

Σάββατο 10 Ιουλίου 2010

παρανοϊκός απολογισμός του τελευταίου χρόνου.

    
   Σιχαίνομαι να σε βλέπω online και να μη μου μιλάς.
Νευριάζω όταν βλέπω το νούμερο σου στο κινητό μου και δεν έχω το θάρρος να σου στείλω ένα μήνυμα.
Αηδιάζω και τρελαίνομαι κάθε φορά που αφήνω τη σκέψη σου να διαταράξει την ησυχία του μυαλού μου.
Θα ‘θελα να ξεριζώσω κάθε εικόνα από μέσα μου, κάθε ανάμνηση που να σε θυμίζει.
Μισώ τον εαυτό μου που μιλάει για σένα και μισώ και όλους αυτούς που με ακούνε ακόμα. Μισώ το ηλεκτρονικό σου γέλιο.
Xaxaxaxa
Μοιάζει τόσο ειρωνικό και ψεύτικο.
Μισώ τις συζητήσεις που κάναμε μέχρι τις 7 το πρωί. Τους ηλίθιους κανόνες σου για τις «σχέσεις». Την μουσική που ακούς. Τις ταινίες που μας άρεσαν. Τα ταξίδια που θέλεις να κάνεις.
"θύματα των media"
Έτσι δεν λες;
«είμαστε όλοι θύματα της τεχνολογίας και ζούμε σε έναν νέο μεσαίωνα.


Και όταν είσαι αληθινά δίπλα μου, τότε τι;
Σε κοιτάω και τρέμω γιατί φοβάμαι πως θα ακούσεις την καρδιά μου που χτυπάει ΤΟΣΟ δυνατά.
Θέλω να σε σκίσω με τα νύχια μου για να σου προκαλέσω ένα γαμημένο συναίσθημα-ακόμα και αν αυτό είναι ο πόνος.
Και την ίδια στιγμή μιλάς και δεν μπορώ να καταλάβω τι λες, γιατί σκέφτομαι πως θα ήταν να με φιλάς και εσύ με περνάς για χαζή. Και γελάς-και εγώ θέλω να σ’αγκαλιάσω. 
Και εσύ δεν έχεις ιδέα τι μπορεί να σκέφτομαι αλλά υποψιάζομαι πως μπορείς να μαντέψεις αφού κάθε μου σκέψη αποτυπώνεται στο πρόσωπο μου, εν αντιθέσει με το δικό σου πρόσωπο που παραμένει τόσο όμορφο μες την απάθεια του.
Και αρχίζω πάλι να σκέφτομαι μήπως δεν είμαι όμορφη αρκετά, έξυπνη αρκετά, καλή αρκετά, οτιδήποτε αρκετά για να είμαι μαζί σου.-Όχι! Ούτε καν να είμαι μαζί σου, απλά να σου κλέψω ένα φιλί.
Χμμ.. Τώρα ξέρουμε πως είμαι αρκετά απελπισμένη.


Και πως σίγουρα   δ ε ν  είμαι το κορίτσι που ήμουν παλιά, γιατί το κορίτσι εκείνο δεν θα περίμενε τόσους μήνες για να τα πείτε σε ένα μπαλκόνι μετά τις τρεις τα ξημερώματα.
Και αυτό δεν θα με ενοχλούσε, το αντίθετο θα έλεγα, αρκεί το μπαλκόνι να ήταν δικό σου, ή δικό μου και όχι κάποιου τρίτου.
Πάντα με ενοχλούσε η ύπαρξη τρίτων στην μεταξύ μας σχέση.
Εσένα προφανώς σε εξιτάρει. Εμένα δεν μου επιτρέπει να είμαι αυθόρμητη.
Εσύ, υπήρξες αυθόρμητος ποτέ;
Μετά από τόσους κανόνες, πρέπει και απαγορεύεται έχω αρχίσει να αμφιβάλλω.
«ξενερώνω όταν γίνεται αυτό.. Δεν μου αρέσει όταν η άλλη με πλησιάζει έτσι.. Δεν αντέχω όταν μια κοπέλα κάνει αυτό»
Μισώ που ξέρω όλους τους κανόνες σου, τα do’s και don’t και τώρα δεν μπορώ με κανένα τρόπο να σε προσεγγίσω.
Χα!
Βλέπω πέτυχε το παιχνιδάκι σου.
Αυτό ήθελες να κάνεις από την αρχή. Θα μπορούσα να σε παρομοιάσω με αράχνη αλλά αυτή τη στιγμή θέλω απλά να έρθω εκεί που είσαι και να σε βρίσω που με κάνεις να αισθάνομαι τόσο άσχημα για τον εαυτό μου και που καθημερινά υποτιμάς τη νοημοσύνη μου.
Νομίζω πως κουράστηκα να ασχολούμαι μαζί σου.


Εύχομαι να το εννοώ αυτή τη φορά.










Προφανώς και δεν το εννοούσα.



Και να ‘μαι πάλι να γράφω για σένα.
Βγαίνω έξω χαρούμενη – ίσως σε συναντήσω αυτή τη φορά-
Και γυρίζω σπίτι θυμωμένη.
Δεν κοιμάμαι καλά τον τελευταίο καιρό.
Στριφογυρίζω στο κρεβάτι μου σα δαίμονας.
Ξυπνάω με νεύρα, ντύνομαι, σκέφτομαι πως μπορεί να σε πετύχω κάπου, βάζω το κραγιόν μου, δεν σε βλέπω πουθενά, γυρίζω σπίτι.
Πάλι νεύρα.
Πάνε μήνες τώρα που συμβαίνει αυτό.
Κάποια ευχάριστα διαλείμματα στην ανιαρή καθημερινότητα μου
-μην το πάρεις πάνω σου. Και εσύ υπήρξες ένα τέτοιο. Μόνο που εσύ δεν ήσουν πάντα ευχάριστο.
-ούτε αυτό να το πάρεις πάνω σου-
Ο κέρσορας αναβοσβήνει εριστικά στην οθόνη του υπολογιστή μου και νοιώθω πως με κοροϊδεύει.
Τα βράδια του καλοκαιριού στην πόλη είναι δύσκολα.
Νοιώθω το κορμί μου να καίει.
Σιγανή μουσική υπόκρουση.
Τα παγάκια στο νερό λιώνουν μέσα σε πέντε λεπτά κάνοντας ήχους κρουστών.
Μπαλκόνι. Το δικό μου αυτή τη φορά.
Φυσάει ελαφρύς αέρας.
Θα ήθελα να είμαι αλλού. Που; Αλλού. Οπουδήποτε. Πουθενά συγκεκριμένα.
Όχι απαραίτητα με κάποιον. Ούτε καν με εσένα. Δεν βρίσκεσαι εδώ πια.
Είναι κάποιος άλλος τώρα.
Πάντα είναι κάποιος άλλος.
Η τηλεόραση εκπέμπει φως. Το απόλυτο μήνυμα.
Εικόνες τρεμοπαίζουν. Δεν θυμάμαι τι είδα το προηγούμενο δευτερόλεπτο.
Ο ήχος στο mute. Δεν ακούγεται τίποτα πλέον.
Δεν υπάρχει τίποτα μες στο κεφάλι μου για να ακούσω. Καμία σκέψη.
Κάτι μυρίζει στον αέρα. Καλοκαίρι.
Αφουγκράζομαι όλους τους ήχους προσπαθώντας να μας θυμηθώ.
Ένα αποτυχημένο παρκάρισμα. Η τέντα να κουνιέται απαλά.
Ένας καυγάς σε ρωσική γλώσσα. Χωρίζονται από έναν Αφρικανό που μιλάει ελληνικά. Βαβέλ.
«Δεν θέλουμε φασαρίες στη γειτονιά.»
Μα, δεν έχουμε φασαρίες. Έχουμε μόνο απόλυτη ησυχία.
Εκατομμύρια μπαλκόνια, ελάχιστος ουρανός, δεν σε σκέφτομαι.
Και δεν ξέρω αν αυτό πονάει εσένα ή εμένα περισσότερο.
Το μελάνι κάνει κηλίδες στο χαρτί μου.
Μυστήρια φώτα, επικίνδυνες βραδινές βόλτες.
Δεν θα πρεπε να είσαι εδώ. Θα έπρεπε να κάνεις κάτι.
Ζέστη και μελαγχολία γίνονται ένα, σκεπάζουν το κορμί σου, το τυλίγουν, νιώθεις να κολλάς.
Κολλάς· έχεις κολλήσει εδώ; Θα έχεις ένα ακόμα άυπνο βράδυ.  Πλέον μιλάω και για τους δύο μας.
Σε λίγο ξημερώνει.
Μοναδικός ήχος τα σκουπιδιάρικα.
Μόνο ένα αστέρι. Και μόνο ένα φως στο απέναντι μπαλκόνι.
Μου αρκεί..


Θλιβερός απολογισμός. Μετράω τις ζημιές μου.
of all the things I've lost, I miss my mind the most..