Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα απομάκρυνση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα απομάκρυνση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 11 Απριλίου 2011

αν είσαι, είμαι.

Τρέμω στη σκέψη του αγγίγματός σου.
Τρέμω στη σκέψη πως δεν θα με ξαναγγίξεις.



Δεν είναι το ίδιο τρέμουλο.
Να ξαπλώνω στο κρεβάτι μου αγκαλιά με ένα χείμαρρο αγγίγματα, δικά σου όλα.
Με τα άτιμα φιλιά της αμφιβολίας στο προσκεφάλι μου, όλα εκείνα που ονειρεύομαι και δεν ξέρω αν θα γευτώ.
Σαν ένας δαίμονας να το χει βάλει στοίχημα, να μην μ' αφήνει να κοιμηθώ τα βράδια και εκείνα, επίμονα, να τρυπάν το κορμί μου σαν χίλιες, μικρές, αόρατες βελόνες.

Το λάθος τραγούδι στο ραδιόφωνο.

Ένα λεπτό κενού χρόνου που δεν είχα υπολογίσει

και βρέθηκα ξαφνικά να χάνω στο αλλόκοτο κρυφτό που παίζα τόσο καιρό με την μελαγχολία.
Να γλείφω δειλά ψευδαισθήσεις μιας αγκαλιάς και ελπίδες ενός πιθανού γυρισμού 
και το ρολόι να γυρίζει ανάποδα, κάνοντας το ξημέρωμα ν' αργεί μαρτυρικά πολύ.
Να χει μια τόσο όμορφη μέρα και εγώ να μην θέλω/ να μην μπορώ,
να αφήσω τον ήλιο να ζεστάνει το χειμωνιάτικό μου δέρμα.
Ντυμένη με φύλλα σε αποχρώσεις του καφέ και του γκρίζου, βαριά και αργοκίνητη, 
ικανή μονάχα να ρουφώ κάθε κόκκο σκόνης που αφήνεις πίσω σου τρέχοντας προς την άνοιξη.
Μέχρι να γυρίσω το κεφάλι μου, έχεις ήδη περάσει και χαθεί, ξεχνώντας με αιώνες πίσω.
Ανοίγω τα μάτια. 

Εφιάλτες δεν είναι αυτά που ζω όταν κοιμάμαι, αλλά αυτά που -δεν- αντικρίζω όταν είμαι ξύπνια.

Παρασκευή 21 Ιανουαρίου 2011

extirpación.


   Κατακλυσμός εικόνων. Διαμελισμένα δευτερόλεπτα ευτυχίας.
Πυρετός. Τα λόγια τους. Τα λόγια τους σαν φλόγες που ξερνάνε γιγαντιαίοι δράκοι που έχουν πάρει τη θέση της γλώσσας τους.
  Πόλεμος. Στη μια μεριά τα γεγονότα. Στην άλλη εσύ. Στη μέση εμείς.
Βλέπεις το φως μας να τρεμοπαίζει και να σβήνει. Ξεθωριάζουμε σταδιακά.
Μένεις εσύ αντιμέτωπος με τα γεγονότα. Σε πλησιάζουν· κάποια τα αναγνωρίζεις, κάποια άλλα, όχι. Κάποια έχουν παραμορφωθεί τόσες μέρες που πέρασαν στο πεδίο της μάχης. Κάποια έχουν ξεχαστεί, αφηρημένα στις τελευταίες γραμμές.
Μαζί τους πολεμούν οι συσκευές. Υπολογιστές και τηλέφωνα στη πρώτη γραμμή. Κρατάνε πανό. Και όλα προβάλλουν μία εικόνα: το στήθος μου.
Έτοιμο να σπάσει, βαρύ, σαν να χει γίνει η καρδιά μου από μολύβι.
Βάζεις το χέρι σου μέσα από τη μπλούζα μου, ηλεκτρισμός για ένα δευτερόλεπτο και μετά με μια απότομη κίνηση, τη ξεριζώνεις.-δεν πονάει τόσο όσο νόμιζα.
Το χέρι σου είναι μαύρο, η μολυβένια μου καρδιά ακόμα χτυπάει, ζεστή μέσα στη παλάμη σου.
Εγώ δεν είμαι καν παρούσα για να σε εμποδίσω.
Δεν βλέπεις τα μάτια μου-είναι πιο εύκολο έτσι.
Αρχίζεις να τρέχεις. Άγριο τοπίο. Καμία ομορφιά, η καρδιά μου ακόμα στο χέρι σου.
Κάθεσαι σε μια πέτρα, εξαντλημένος, λαχανιασμένος.
  Το μόνο που ακούγεται, ο ήχος της ανάσας σου.
Και ψίθυροι. 
Προέρχονται από το μολυβένιο σου απόκτημα.
Σε τρελαίνουν· το μυαλό σου είναι πολύ κουρασμένο για να ξεχωρίσει λέξεις και νοήματα μέσα σ’αυτόν τον καταρράκτη συναισθημάτων.
Την πετάς μακριά. Αλλά τώρα οι ψίθυροι ακούγονται δυνατότερα από ποτέ.
Παίρνεις μια μυτερή πέτρα· δεν μπορείς να δεις τα μάτια μου μα είσαι σίγουρος πως κλαίω. Σκοτεινές αποχρώσεις μιας διεστραμμένης ευχαρίστησης.

Πλησιάζεις τη καρδιά μου αργά, μεθοδικά, η πέτρα στα χέρια σου φαντάζει απειλητική.
Μικρή ανατροπή γεγονότων: δε σε παρακαλώ για τη σωτηρία της, σε ικετεύω να το κάνεις.
Τη στιγμή που τη σχίζεις, μαύρα δάκρυα αναβλύζουν απ’τα μάτια σου. Δεν τα βλέπει κανείς όμως, με τόσο σκοτάδι τριγύρω.
Συνεχίζεις να την τρυπάς με μανία, η καρδιά μου έχει πλέον ένα ακαθόριστο σχήμα, μέχρι που διαλύεται εντελώς. Σαν να θες να βάλεις μιαν επικίνδυνη τελεία, τη λιώνεις και γράφεις με αυτή τις τελευταίες σου λέξεις.  

Και είναι τα λόγια τους 



·

Σάββατο 10 Ιουλίου 2010

παρανοϊκός απολογισμός του τελευταίου χρόνου.

    
   Σιχαίνομαι να σε βλέπω online και να μη μου μιλάς.
Νευριάζω όταν βλέπω το νούμερο σου στο κινητό μου και δεν έχω το θάρρος να σου στείλω ένα μήνυμα.
Αηδιάζω και τρελαίνομαι κάθε φορά που αφήνω τη σκέψη σου να διαταράξει την ησυχία του μυαλού μου.
Θα ‘θελα να ξεριζώσω κάθε εικόνα από μέσα μου, κάθε ανάμνηση που να σε θυμίζει.
Μισώ τον εαυτό μου που μιλάει για σένα και μισώ και όλους αυτούς που με ακούνε ακόμα. Μισώ το ηλεκτρονικό σου γέλιο.
Xaxaxaxa
Μοιάζει τόσο ειρωνικό και ψεύτικο.
Μισώ τις συζητήσεις που κάναμε μέχρι τις 7 το πρωί. Τους ηλίθιους κανόνες σου για τις «σχέσεις». Την μουσική που ακούς. Τις ταινίες που μας άρεσαν. Τα ταξίδια που θέλεις να κάνεις.
"θύματα των media"
Έτσι δεν λες;
«είμαστε όλοι θύματα της τεχνολογίας και ζούμε σε έναν νέο μεσαίωνα.


Και όταν είσαι αληθινά δίπλα μου, τότε τι;
Σε κοιτάω και τρέμω γιατί φοβάμαι πως θα ακούσεις την καρδιά μου που χτυπάει ΤΟΣΟ δυνατά.
Θέλω να σε σκίσω με τα νύχια μου για να σου προκαλέσω ένα γαμημένο συναίσθημα-ακόμα και αν αυτό είναι ο πόνος.
Και την ίδια στιγμή μιλάς και δεν μπορώ να καταλάβω τι λες, γιατί σκέφτομαι πως θα ήταν να με φιλάς και εσύ με περνάς για χαζή. Και γελάς-και εγώ θέλω να σ’αγκαλιάσω. 
Και εσύ δεν έχεις ιδέα τι μπορεί να σκέφτομαι αλλά υποψιάζομαι πως μπορείς να μαντέψεις αφού κάθε μου σκέψη αποτυπώνεται στο πρόσωπο μου, εν αντιθέσει με το δικό σου πρόσωπο που παραμένει τόσο όμορφο μες την απάθεια του.
Και αρχίζω πάλι να σκέφτομαι μήπως δεν είμαι όμορφη αρκετά, έξυπνη αρκετά, καλή αρκετά, οτιδήποτε αρκετά για να είμαι μαζί σου.-Όχι! Ούτε καν να είμαι μαζί σου, απλά να σου κλέψω ένα φιλί.
Χμμ.. Τώρα ξέρουμε πως είμαι αρκετά απελπισμένη.


Και πως σίγουρα   δ ε ν  είμαι το κορίτσι που ήμουν παλιά, γιατί το κορίτσι εκείνο δεν θα περίμενε τόσους μήνες για να τα πείτε σε ένα μπαλκόνι μετά τις τρεις τα ξημερώματα.
Και αυτό δεν θα με ενοχλούσε, το αντίθετο θα έλεγα, αρκεί το μπαλκόνι να ήταν δικό σου, ή δικό μου και όχι κάποιου τρίτου.
Πάντα με ενοχλούσε η ύπαρξη τρίτων στην μεταξύ μας σχέση.
Εσένα προφανώς σε εξιτάρει. Εμένα δεν μου επιτρέπει να είμαι αυθόρμητη.
Εσύ, υπήρξες αυθόρμητος ποτέ;
Μετά από τόσους κανόνες, πρέπει και απαγορεύεται έχω αρχίσει να αμφιβάλλω.
«ξενερώνω όταν γίνεται αυτό.. Δεν μου αρέσει όταν η άλλη με πλησιάζει έτσι.. Δεν αντέχω όταν μια κοπέλα κάνει αυτό»
Μισώ που ξέρω όλους τους κανόνες σου, τα do’s και don’t και τώρα δεν μπορώ με κανένα τρόπο να σε προσεγγίσω.
Χα!
Βλέπω πέτυχε το παιχνιδάκι σου.
Αυτό ήθελες να κάνεις από την αρχή. Θα μπορούσα να σε παρομοιάσω με αράχνη αλλά αυτή τη στιγμή θέλω απλά να έρθω εκεί που είσαι και να σε βρίσω που με κάνεις να αισθάνομαι τόσο άσχημα για τον εαυτό μου και που καθημερινά υποτιμάς τη νοημοσύνη μου.
Νομίζω πως κουράστηκα να ασχολούμαι μαζί σου.


Εύχομαι να το εννοώ αυτή τη φορά.










Προφανώς και δεν το εννοούσα.



Και να ‘μαι πάλι να γράφω για σένα.
Βγαίνω έξω χαρούμενη – ίσως σε συναντήσω αυτή τη φορά-
Και γυρίζω σπίτι θυμωμένη.
Δεν κοιμάμαι καλά τον τελευταίο καιρό.
Στριφογυρίζω στο κρεβάτι μου σα δαίμονας.
Ξυπνάω με νεύρα, ντύνομαι, σκέφτομαι πως μπορεί να σε πετύχω κάπου, βάζω το κραγιόν μου, δεν σε βλέπω πουθενά, γυρίζω σπίτι.
Πάλι νεύρα.
Πάνε μήνες τώρα που συμβαίνει αυτό.
Κάποια ευχάριστα διαλείμματα στην ανιαρή καθημερινότητα μου
-μην το πάρεις πάνω σου. Και εσύ υπήρξες ένα τέτοιο. Μόνο που εσύ δεν ήσουν πάντα ευχάριστο.
-ούτε αυτό να το πάρεις πάνω σου-
Ο κέρσορας αναβοσβήνει εριστικά στην οθόνη του υπολογιστή μου και νοιώθω πως με κοροϊδεύει.
Τα βράδια του καλοκαιριού στην πόλη είναι δύσκολα.
Νοιώθω το κορμί μου να καίει.
Σιγανή μουσική υπόκρουση.
Τα παγάκια στο νερό λιώνουν μέσα σε πέντε λεπτά κάνοντας ήχους κρουστών.
Μπαλκόνι. Το δικό μου αυτή τη φορά.
Φυσάει ελαφρύς αέρας.
Θα ήθελα να είμαι αλλού. Που; Αλλού. Οπουδήποτε. Πουθενά συγκεκριμένα.
Όχι απαραίτητα με κάποιον. Ούτε καν με εσένα. Δεν βρίσκεσαι εδώ πια.
Είναι κάποιος άλλος τώρα.
Πάντα είναι κάποιος άλλος.
Η τηλεόραση εκπέμπει φως. Το απόλυτο μήνυμα.
Εικόνες τρεμοπαίζουν. Δεν θυμάμαι τι είδα το προηγούμενο δευτερόλεπτο.
Ο ήχος στο mute. Δεν ακούγεται τίποτα πλέον.
Δεν υπάρχει τίποτα μες στο κεφάλι μου για να ακούσω. Καμία σκέψη.
Κάτι μυρίζει στον αέρα. Καλοκαίρι.
Αφουγκράζομαι όλους τους ήχους προσπαθώντας να μας θυμηθώ.
Ένα αποτυχημένο παρκάρισμα. Η τέντα να κουνιέται απαλά.
Ένας καυγάς σε ρωσική γλώσσα. Χωρίζονται από έναν Αφρικανό που μιλάει ελληνικά. Βαβέλ.
«Δεν θέλουμε φασαρίες στη γειτονιά.»
Μα, δεν έχουμε φασαρίες. Έχουμε μόνο απόλυτη ησυχία.
Εκατομμύρια μπαλκόνια, ελάχιστος ουρανός, δεν σε σκέφτομαι.
Και δεν ξέρω αν αυτό πονάει εσένα ή εμένα περισσότερο.
Το μελάνι κάνει κηλίδες στο χαρτί μου.
Μυστήρια φώτα, επικίνδυνες βραδινές βόλτες.
Δεν θα πρεπε να είσαι εδώ. Θα έπρεπε να κάνεις κάτι.
Ζέστη και μελαγχολία γίνονται ένα, σκεπάζουν το κορμί σου, το τυλίγουν, νιώθεις να κολλάς.
Κολλάς· έχεις κολλήσει εδώ; Θα έχεις ένα ακόμα άυπνο βράδυ.  Πλέον μιλάω και για τους δύο μας.
Σε λίγο ξημερώνει.
Μοναδικός ήχος τα σκουπιδιάρικα.
Μόνο ένα αστέρι. Και μόνο ένα φως στο απέναντι μπαλκόνι.
Μου αρκεί..


Θλιβερός απολογισμός. Μετράω τις ζημιές μου.
of all the things I've lost, I miss my mind the most..




Παρασκευή 18 Δεκεμβρίου 2009

Περί αποστάσεων..

Καθημερινά διανύεις πολλές αποστάσεις.. Mπορείς να πας από το σπίτι σου μέχρι το περίπτερο.. αυτή είναι μια μικρή απόσταση. Συνήθως σου λένε «πετάξου μέχρι το περίπτερο» ακόμα και αν δεν είσαι ο superman. Έπειτα μπορείς να πας από το σπίτι σου, μέχρι το σπίτι του κολλητού σου. Αυτή είναι μια απόσταση που κάνεις ευχάριστα. Εκεί σου λένε «έλα από δω αν δεν βαριέσαι». Και αν δεν βαριέσαι πας.

Μπορείς ακόμα να πας από το σπίτι σου μέχρι το Λονδίνο. Αυτή είναι μια μεγάλη απόσταση. Μια ακόμα μεγάλη απόσταση είναι από το σπίτι σου μέχρι το φεγγάρι (όχι πως ξεκινάς από το σπίτι σου να πας στην σελήνη –είπαμε, δεν είσαι ο σούπερμαν- αλλά το σπίτι σου είναι συνήθως στην γη, και γη-σελήνη είναι μια μεγάλη απόσταση).

Υπάρχει όμως άλλη μια μεγάλη απόσταση, πολύ μεγάλη απόσταση και δεν έχω σκοπό να μιλήσω για την πτήση Λος Άντζελες – Σιγκαπούρη η οποία διαρκεί 18 ώρες και 30 λεπτά.

Πρόκειται για μία απόσταση που σου φαίνεται τόσο μεγάλη που θα μπορούσες άνετα να βρίσκεσαι στην πτήση Λος Άντζελες –Σιγκαπούρη, να πας και να γυρίσεις, από το να την διανύσεις.

Και επειδή τα πάντα είναι σχετικά, και δεν εννοώ αυτά τα γλυκούλικα αρκουδάκια, (όχι, όχι, αυτά πιστέψτε με δεν έχουν καμία σχέση), θα προσπαθήσω να εξηγηθώ..

Τείνουμε να μετράμε τις αποστάσεις σύμφωνα με τον χρόνο που μας παίρνει να τις διανύσουμε..

Πόσο χρόνο σου παίρνει όμως να καταλάβεις τι εννοεί, τι φοβάται, τι επιθυμεί, τι σκέφτεται και να διαλύσεις τις άμυνες του ώστε να τον φέρεις κοντά σου;

Ακόμα και το «κοντά σου» είναι σχετικό. Σας χωρίζει μισό μέτρο.. ίσως και λιγότερο αν κάνεις ένα βήμα προς το μέρος του, να! Έκανες ένα βήμα προς το μέρος του, αλλά και πάλι δεν αισθάνεσαι πιο κοντά του. Άλλο ένα βήμα προς το μέρος του, αλλά όχι, ούτε αυτό βοηθάει τα πράγματα. Άλλο ένα βήμα, οπ! Τώρα βρίσκεσαι στην αγκαλιά του, σε φιλάει, κοιτάει αλλού και τώρα να! Ως δια μαγείας βρίσκεται ακόμα πιο μακριά από πριν. Θέλεις να πιάσεις το χέρι του και να το ξεσκίσεις με τα νύχια σου, να τον κάνεις να ματώσει, να έρθεις σε επαφή με το αίμα του, μήπως και αυτό σας φέρει πιο κοντά.. «ε, μικρούλα, με πονάς!». Αφήνει το χέρι σου, μεγαλώνει η απόσταση. Ακουμπάει το χέρι του στο τραπέζι. Ακουμπάς και εσύ το δικό σου. Εκπέμπεις θερμότητα, σας χωρίζουν 2,5 εκατοστά, αναρωτιέσαι αν φτάνει μέχρι αυτόν. Φέρνεις το χέρι σου λίγο πιο κοντά στο δικό του, σας χωρίζουν μερικά χιλιοστά και ταυτόχρονα η απόσταση μεταξύ σας είναι μεγαλύτερη από το μήκος του σύμπαντος μεγαλύτερη από ο,τι μπορείς να φανταστείς. Το σώμα του είναι εκεί, όμως το βλέπεις, το αισθάνεσαι, πως οι σκέψεις του είναι αλλού.

Και το να φτάσεις από το σπίτι σου στις σκέψεις του, αυτή είναι η μεγαλύτερη απόσταση..











(ευχαριστώ τον Γιάννη Κωνσταντινίδη του οποίου το υπέροχο κείμενο "η μεγαλύτερη απόσταση" στριφογύριζε στο μυαλό μου, όση ώρα έγραφα τις παραπάνω σκέψεις..)