Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα έρωτας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα έρωτας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 4 Μαρτίου 2013

Σπιτική Συντάγη

Τικ τακ. Ήχος ρολογιού. Αμήχανες σιωπές. Βλέμματα αναγνωριστικά.
Έξω βρέχει. Μακάρι να έβρεχε και μέσα μας.
Τα χέρια μου είναι παγωμένα. Τα τρίβω μεταξύ τους να ζεσταθούν.
Εσύ στρίβεις ένα τσιγάρο. Δεν μιλάει κανείς εδώ και αρκετή ώρα.
Πόσα πράγματα θα ‘ταν διαφορετικά αν δεν είχε μιλήσει κανείς μας εξαρχής;
Άπαξ και ακουστεί αυτό το «θέλω να μιλήσουμε» παύουν να υπάρχουν όλα τα συναισθήματα. Απλά «το συζητάμε».
Δεν είδαμε τον τοίχο από επιλογή ή από παροδική τύφλωση; Δεν έχει και πολύ σημασία αν σκεφτείς πως έτσι κι αλλιώς θα πέφταμε πάνω του.
Και αν πέφταμε και οι δύο μαζί, ταυτόχρονα, ίσως και να καταφέρναμε να τον γκρεμίσουμε.
Άλλα, έτσι άχαρα και άτσαλα που το κάναμε κι αυτό, εσύ πρόλαβες και φρέναρες τελευταία στιγμή ενώ εγώ προσπαθώ ακόμα να ξεκολλήσω τα κομμάτια μου από πάνω του.
Πόσα θα ήταν αλλιώς αν ακούγαμε τις συμβουλές τρίτων; Πόσα θα είχαν αποφευχθεί αν δεν διαβάζαμε τόσα βιβλία και δεν βλέπαμε τόσες ρομαντικές ταινίες.
 Ή εάν διαβάζαμε και βλέπαμε περισσότερα. Κάτι με τις αναλογίες πήγε λάθος μεταξύ μας. 
Μια ανισορροπία δυνάμεων και έτσι δεν έδεσε το γλυκό.
Ίσως να ‘ναι και καλύτερα. Μη μας ανέβει και το ζάχαρο.
 Ας μασήσουμε πικρή απόρριψη μέχρι να περάσει η ώρα. 



Πέμπτη 26 Μαΐου 2011

εξορκισμοί..

Πάλι σε ονειρεύτηκα. Αυτή τη φορά δέχτηκες να μ' ακούσεις και στο τέλος με αγκάλιασες.
Πάνε περίπου οχτώ μήνες που σε βλέπω σχεδόν κάθε βράδυ στον ύπνο μου και ποτέ δεν είσαι δίπλα μου όταν ξυπνάω. 
Και πάντα σηκώνομαι στεναχωρημένη, με κακή διάθεση, περιμένοντας τη στιγμή που θα ξαναπέσω για ύπνο για να σε δω.
Δεν είσαι ο μόνος που πληγώθηκε.. Μα αν κρίνω από τους μήνες που περάσαν θα 'σαι μάλλον αυτός που από τους δύο μας θα καταφέρει να το ξεπεράσει. 
Εγώ είμαι ακόμα  εδώ. Μιλάω για σένα τουλάχιστον μια φορά την μέρα και σε σκέφτομαι πολύ περισσότερες. 
Πλέον δεν μπορώ να γράψω. Τελευταία φορά που έγραψα κάτι, δεν δέχτηκες καν να το διαβάσεις.
Όλες μου οι προσπάθειες πέφτουν στο κενό.
Μπορώ -μάλλον- να καταλάβω τι έκανα και με τιμωρείς έτσι.
Πες μου όμως τι μπορώ να κάνω για να με συγχωρέσεις.
Ή έστω για να σε ξεπεράσω.
Δεν αντέχω να νοιώθω άλλο έτσι. Άπλα κουράστηκα και δεν με βγάζει πουθενά.
Θέλω απλά να έχω τα πάντα από σένα.
Να εισπνεύσω όλη σου τη μυρωδιά.
Να γευτώ την παραμικρή σου ανάσα.
Να σ' αγκαλιάσω βίαια και να νιώσω το σώμα σου πάνω στο δικό μου, ώσπου να ηλεκτριστούν  οι ρίζες των μαλλιών μου απ' την αφή.

Να μπεις σε κάθε εκατοστό του κορμιού μου, ώστε όλα μου τα κύτταρα να γεμίσουν από σένα.
Έστω για ένα δευτερόλεπτο να γίνω εσύ.
Να δω με τη ματιά σου, να ακούσω ό,τι ακούς, να έχω το ηχόχρωμα της φωνής σου.
Να γίνω εσύ, με τις σπασμωδικές κινήσεις σου, εσύ, με τις αποφάσεις που πονάνε, εσύ, τόσο γλυκός και τρυφερός και καλός και σκληρός και βίαιος και κακός. Εσύ. 
Να είμαι εσύ, να σε έχω τόσο.
Έστω για ένα δευτερόλεπτο.
Και έπειτα να σε διώξω. Να σε βγάλω από μέσα μου. Να ξεσκονίσω όλα τα ξεχασμένα σου κομμάτια. Να γίνω εσύ, για να σε κάνω να με αφήσεις.
Να μείνω εγώ, μόνη μου, εγώ, σε άδειο σώμα, μα επιτέλους ΜΟΝΗ ΜΟΥ. 
Χωρίς τίποτα να μπορεί να σε ξυπνήσει, αφού δεν θα κοιμάσαι μέσα μου πια.
Να είμαι εσύ ολοκληρωτικά και καθόλου.. 







(δυστυχώς) Συνεχίζεται..

Δευτέρα 11 Απριλίου 2011

αν είσαι, είμαι.

Τρέμω στη σκέψη του αγγίγματός σου.
Τρέμω στη σκέψη πως δεν θα με ξαναγγίξεις.



Δεν είναι το ίδιο τρέμουλο.
Να ξαπλώνω στο κρεβάτι μου αγκαλιά με ένα χείμαρρο αγγίγματα, δικά σου όλα.
Με τα άτιμα φιλιά της αμφιβολίας στο προσκεφάλι μου, όλα εκείνα που ονειρεύομαι και δεν ξέρω αν θα γευτώ.
Σαν ένας δαίμονας να το χει βάλει στοίχημα, να μην μ' αφήνει να κοιμηθώ τα βράδια και εκείνα, επίμονα, να τρυπάν το κορμί μου σαν χίλιες, μικρές, αόρατες βελόνες.

Το λάθος τραγούδι στο ραδιόφωνο.

Ένα λεπτό κενού χρόνου που δεν είχα υπολογίσει

και βρέθηκα ξαφνικά να χάνω στο αλλόκοτο κρυφτό που παίζα τόσο καιρό με την μελαγχολία.
Να γλείφω δειλά ψευδαισθήσεις μιας αγκαλιάς και ελπίδες ενός πιθανού γυρισμού 
και το ρολόι να γυρίζει ανάποδα, κάνοντας το ξημέρωμα ν' αργεί μαρτυρικά πολύ.
Να χει μια τόσο όμορφη μέρα και εγώ να μην θέλω/ να μην μπορώ,
να αφήσω τον ήλιο να ζεστάνει το χειμωνιάτικό μου δέρμα.
Ντυμένη με φύλλα σε αποχρώσεις του καφέ και του γκρίζου, βαριά και αργοκίνητη, 
ικανή μονάχα να ρουφώ κάθε κόκκο σκόνης που αφήνεις πίσω σου τρέχοντας προς την άνοιξη.
Μέχρι να γυρίσω το κεφάλι μου, έχεις ήδη περάσει και χαθεί, ξεχνώντας με αιώνες πίσω.
Ανοίγω τα μάτια. 

Εφιάλτες δεν είναι αυτά που ζω όταν κοιμάμαι, αλλά αυτά που -δεν- αντικρίζω όταν είμαι ξύπνια.

Σάββατο 10 Ιουλίου 2010

παρανοϊκός απολογισμός του τελευταίου χρόνου.

    
   Σιχαίνομαι να σε βλέπω online και να μη μου μιλάς.
Νευριάζω όταν βλέπω το νούμερο σου στο κινητό μου και δεν έχω το θάρρος να σου στείλω ένα μήνυμα.
Αηδιάζω και τρελαίνομαι κάθε φορά που αφήνω τη σκέψη σου να διαταράξει την ησυχία του μυαλού μου.
Θα ‘θελα να ξεριζώσω κάθε εικόνα από μέσα μου, κάθε ανάμνηση που να σε θυμίζει.
Μισώ τον εαυτό μου που μιλάει για σένα και μισώ και όλους αυτούς που με ακούνε ακόμα. Μισώ το ηλεκτρονικό σου γέλιο.
Xaxaxaxa
Μοιάζει τόσο ειρωνικό και ψεύτικο.
Μισώ τις συζητήσεις που κάναμε μέχρι τις 7 το πρωί. Τους ηλίθιους κανόνες σου για τις «σχέσεις». Την μουσική που ακούς. Τις ταινίες που μας άρεσαν. Τα ταξίδια που θέλεις να κάνεις.
"θύματα των media"
Έτσι δεν λες;
«είμαστε όλοι θύματα της τεχνολογίας και ζούμε σε έναν νέο μεσαίωνα.


Και όταν είσαι αληθινά δίπλα μου, τότε τι;
Σε κοιτάω και τρέμω γιατί φοβάμαι πως θα ακούσεις την καρδιά μου που χτυπάει ΤΟΣΟ δυνατά.
Θέλω να σε σκίσω με τα νύχια μου για να σου προκαλέσω ένα γαμημένο συναίσθημα-ακόμα και αν αυτό είναι ο πόνος.
Και την ίδια στιγμή μιλάς και δεν μπορώ να καταλάβω τι λες, γιατί σκέφτομαι πως θα ήταν να με φιλάς και εσύ με περνάς για χαζή. Και γελάς-και εγώ θέλω να σ’αγκαλιάσω. 
Και εσύ δεν έχεις ιδέα τι μπορεί να σκέφτομαι αλλά υποψιάζομαι πως μπορείς να μαντέψεις αφού κάθε μου σκέψη αποτυπώνεται στο πρόσωπο μου, εν αντιθέσει με το δικό σου πρόσωπο που παραμένει τόσο όμορφο μες την απάθεια του.
Και αρχίζω πάλι να σκέφτομαι μήπως δεν είμαι όμορφη αρκετά, έξυπνη αρκετά, καλή αρκετά, οτιδήποτε αρκετά για να είμαι μαζί σου.-Όχι! Ούτε καν να είμαι μαζί σου, απλά να σου κλέψω ένα φιλί.
Χμμ.. Τώρα ξέρουμε πως είμαι αρκετά απελπισμένη.


Και πως σίγουρα   δ ε ν  είμαι το κορίτσι που ήμουν παλιά, γιατί το κορίτσι εκείνο δεν θα περίμενε τόσους μήνες για να τα πείτε σε ένα μπαλκόνι μετά τις τρεις τα ξημερώματα.
Και αυτό δεν θα με ενοχλούσε, το αντίθετο θα έλεγα, αρκεί το μπαλκόνι να ήταν δικό σου, ή δικό μου και όχι κάποιου τρίτου.
Πάντα με ενοχλούσε η ύπαρξη τρίτων στην μεταξύ μας σχέση.
Εσένα προφανώς σε εξιτάρει. Εμένα δεν μου επιτρέπει να είμαι αυθόρμητη.
Εσύ, υπήρξες αυθόρμητος ποτέ;
Μετά από τόσους κανόνες, πρέπει και απαγορεύεται έχω αρχίσει να αμφιβάλλω.
«ξενερώνω όταν γίνεται αυτό.. Δεν μου αρέσει όταν η άλλη με πλησιάζει έτσι.. Δεν αντέχω όταν μια κοπέλα κάνει αυτό»
Μισώ που ξέρω όλους τους κανόνες σου, τα do’s και don’t και τώρα δεν μπορώ με κανένα τρόπο να σε προσεγγίσω.
Χα!
Βλέπω πέτυχε το παιχνιδάκι σου.
Αυτό ήθελες να κάνεις από την αρχή. Θα μπορούσα να σε παρομοιάσω με αράχνη αλλά αυτή τη στιγμή θέλω απλά να έρθω εκεί που είσαι και να σε βρίσω που με κάνεις να αισθάνομαι τόσο άσχημα για τον εαυτό μου και που καθημερινά υποτιμάς τη νοημοσύνη μου.
Νομίζω πως κουράστηκα να ασχολούμαι μαζί σου.


Εύχομαι να το εννοώ αυτή τη φορά.










Προφανώς και δεν το εννοούσα.



Και να ‘μαι πάλι να γράφω για σένα.
Βγαίνω έξω χαρούμενη – ίσως σε συναντήσω αυτή τη φορά-
Και γυρίζω σπίτι θυμωμένη.
Δεν κοιμάμαι καλά τον τελευταίο καιρό.
Στριφογυρίζω στο κρεβάτι μου σα δαίμονας.
Ξυπνάω με νεύρα, ντύνομαι, σκέφτομαι πως μπορεί να σε πετύχω κάπου, βάζω το κραγιόν μου, δεν σε βλέπω πουθενά, γυρίζω σπίτι.
Πάλι νεύρα.
Πάνε μήνες τώρα που συμβαίνει αυτό.
Κάποια ευχάριστα διαλείμματα στην ανιαρή καθημερινότητα μου
-μην το πάρεις πάνω σου. Και εσύ υπήρξες ένα τέτοιο. Μόνο που εσύ δεν ήσουν πάντα ευχάριστο.
-ούτε αυτό να το πάρεις πάνω σου-
Ο κέρσορας αναβοσβήνει εριστικά στην οθόνη του υπολογιστή μου και νοιώθω πως με κοροϊδεύει.
Τα βράδια του καλοκαιριού στην πόλη είναι δύσκολα.
Νοιώθω το κορμί μου να καίει.
Σιγανή μουσική υπόκρουση.
Τα παγάκια στο νερό λιώνουν μέσα σε πέντε λεπτά κάνοντας ήχους κρουστών.
Μπαλκόνι. Το δικό μου αυτή τη φορά.
Φυσάει ελαφρύς αέρας.
Θα ήθελα να είμαι αλλού. Που; Αλλού. Οπουδήποτε. Πουθενά συγκεκριμένα.
Όχι απαραίτητα με κάποιον. Ούτε καν με εσένα. Δεν βρίσκεσαι εδώ πια.
Είναι κάποιος άλλος τώρα.
Πάντα είναι κάποιος άλλος.
Η τηλεόραση εκπέμπει φως. Το απόλυτο μήνυμα.
Εικόνες τρεμοπαίζουν. Δεν θυμάμαι τι είδα το προηγούμενο δευτερόλεπτο.
Ο ήχος στο mute. Δεν ακούγεται τίποτα πλέον.
Δεν υπάρχει τίποτα μες στο κεφάλι μου για να ακούσω. Καμία σκέψη.
Κάτι μυρίζει στον αέρα. Καλοκαίρι.
Αφουγκράζομαι όλους τους ήχους προσπαθώντας να μας θυμηθώ.
Ένα αποτυχημένο παρκάρισμα. Η τέντα να κουνιέται απαλά.
Ένας καυγάς σε ρωσική γλώσσα. Χωρίζονται από έναν Αφρικανό που μιλάει ελληνικά. Βαβέλ.
«Δεν θέλουμε φασαρίες στη γειτονιά.»
Μα, δεν έχουμε φασαρίες. Έχουμε μόνο απόλυτη ησυχία.
Εκατομμύρια μπαλκόνια, ελάχιστος ουρανός, δεν σε σκέφτομαι.
Και δεν ξέρω αν αυτό πονάει εσένα ή εμένα περισσότερο.
Το μελάνι κάνει κηλίδες στο χαρτί μου.
Μυστήρια φώτα, επικίνδυνες βραδινές βόλτες.
Δεν θα πρεπε να είσαι εδώ. Θα έπρεπε να κάνεις κάτι.
Ζέστη και μελαγχολία γίνονται ένα, σκεπάζουν το κορμί σου, το τυλίγουν, νιώθεις να κολλάς.
Κολλάς· έχεις κολλήσει εδώ; Θα έχεις ένα ακόμα άυπνο βράδυ.  Πλέον μιλάω και για τους δύο μας.
Σε λίγο ξημερώνει.
Μοναδικός ήχος τα σκουπιδιάρικα.
Μόνο ένα αστέρι. Και μόνο ένα φως στο απέναντι μπαλκόνι.
Μου αρκεί..


Θλιβερός απολογισμός. Μετράω τις ζημιές μου.
of all the things I've lost, I miss my mind the most..




Δευτέρα 8 Μαρτίου 2010

special needs

baby love

Αγόρασε μου ένα μπαλόνι! Πάρε μου ποπ κορν, παγωτό, μαλλί της γριάς.
Κάνε βόλτες μαζί μου μέχρι να βρούμε ένα μέρος να κάτσουμε και χαμογέλασε μου όταν αποφασίσω πως θέλω να πάμε κάπου αλλού. Χάιδεψε μου τα μάγουλα. Δοκίμασε το νερό με το χέρι σου και λούσε τα μαλλιά μου.
Σκούπισε με, με μια απαλή και αφρατη πετσέτα που μυρίζει λεβάντα και βάλε με για ύπνο. Τραγούδα και νανούρισε με μέχρι να αποκοιμηθώ. Θέλω να μείνεις ξύπνιος και να με κοιτάς ως το πρωί, που θα ανοίξω τα μάτια μου. Να μου πεις καλημέρα και να με φιλήσεις γλυκά.

Βλέπεις, έχω ανάγκη από στοργή, φροντίδα και προδερμ όταν βγάζω τα τακούνια της μαμάς μου.
Και δεν θέλω να σαι εκεί για να μου βάλεις τις φωνές, αλλά για να παίξεις μαζί μου και να μου χαρίσεις τη νίκη.
Λοιπόν, θα είσαι;
Και μερικές φορές το μπαλόνι φεύγει από το χέρι μου. Τα ποπ-κορν μου πέφτουν βαριά, το παγωτό λιώνει πριν το φάω και το μαλλί της γριάς κολλάει στο χέρι μου.
Κανένα μέρος δεν μου αρέσει για να κάτσω και καμία απόφαση δεν μου μοιάζει σωστή. Οι πετσέτες είναι στα άπλυτα, το νερό είναι κρύο και η φωνή σου έχει κλείσει.
Μπορείς ακόμα και αυτές τις μέρες να σαι τρυφερός:
Ξέρω πως είναι δύσκολο, αλλά το “Johnson’s” δεν κάνει θαύματα.
Μερικές φορές ακόμα, τα μάτια μου τσούζουν.

Πέμπτη 7 Ιανουαρίου 2010

Ερωτικό ανακοινωθέν


Εκείνη κράταγε ένα τεράστιο κόκκινο μπαλόνι, φουσκωμένο από αέρινα λόγια, ανασφάλειες, στιχάκια αγάπης, ανεκπλήρωτους έρωτες και πεταλούδες που συχνάζουν κυρίως στο στομάχι.
   Εκείνος είχε χαθεί σ΄ ένα λαβύρινθο από αδιέξοδα. είχε αλωθεί και καταναλωθεί τόσες φορές, μέχρι που ξέχασε ποιος είναι και που πάει.
Την ξεχώρισε μέσα στο πλήθος εξαιτίας του κόκκινου μπαλονιού της.

  Δεν Τον άκουσε καν να πλησιάζει, αφηρημένη όπως ήταν και προσκωλημένη στην προσπάθεια της να την προσέξουν.
την άγγιξε.
Πήρε μια βελόνα, (είχε πολλές στην τσέπη του, ενθύμιο του συνεχούς "ράβε-ξήλωνε")
 Την άγγιξε, πήρε μια βελόνα και έσπασε το μπαλόνι της.
Τους  έλουσε διαμαντένια βροχή και κάτω από αυτή, γίναν ένα.
Χωρίς ομπρέλα, βράχηκαν και οι δύο, κορμιά που γλιστρούσαν, κολλούσαν, ενώνονταν, χωρίζονταν, ξεσκίζονταν και ξανακολλούσαν.
   Χιλιάδες, εκατομμύρια μικρά διαμάντια λαμπύριζαν και στέγνωναν γύρω τους.
           Αυτή, μοιραία, παθιασμένη, είχε βιώσει τον πόνο.
και Εκείνος είχε μάθει πλέον να παίζει καλά το παιχνίδι της απόρριψης.

ΠΟΣΟ θόρυβο μπορεί να προκαλέσει ένα μικρό όχι.

 Οι συζητήσεις τους γίνονταν πάντα ανάμεσα σε φιλιά που είχαν γεύση τσιγάρου και αλκοόλ.
Μεθυσμένα λόγια, ψέματα και αλήθειες της στιγμής.
Ιδρωμένα χτυπήματα κάτω από τη μέση.
    Γιάτρευαν και πονούσαν ο Ένας τον άλλο, γιατί είχαν την δύναμη.
Δύο μικροί θεοί σκαρφαλωμένοι πάνω στα αλαζονικά τους άρματα.
Ανίκανοι να δουν οτιδήποτε άλλο παρά τους εαυτούς τους. Διαφωνίες, τους φέραν αντιμέτωπους, 
τους έκαναν εχθρούς
Τα άρματά Τους παραταγμένα το ένα απέναντι στο άλλο, έτοιμα για μάχη.
Ω! αυτές οι τεχνικές του πολέμου! τις γνώριζαν και οι δύο τόσο καλά..

Δεν υπήρξε νικητής. Παρά μόνο χαμένοι. ΧΑΘΗΚΑΝ.
Οι εφημερίδες έγραψαν πως και οι δύο μεριές θρήνησαν απώλειες.
   'Ένας άντρας περπατάει μες το πλήθος, πατάει μία εφημερίδα· έχει αμνησία, δεν θυμάται να διαβάσει.
Μία κοπέλα, αφηρημένη, τον προσπερνά φουσκώνοντας αργά το κόκκινο μπαλόνι της.
         Διασταυρώνονται τα αρώματα· ειρωνεία, αλαζονεία εγωισμός, γνωστή μυρωδιά , τσιγάρο και αλκοόλ.
Κανείς από τους δύο δεν γυρίζει πίσω, να κοιτάξει..


Υ.Γ: Αν οι φόβοι μάς μας  κάνουν μικρούς, τότε τί είναι αυτό που μας κάνει μεγάλους;