Τετάρτη 30 Αυγούστου 2023

Στο φως

Ήρθες αργά
Τα βήματα σου μικρά κι αθόρυβα
σαν το ανεπαίσθητο αεράκι του Ιούνη
Ήρθες αργά
Στάθηκες στην πόρτα 
Κι εγώ δεν είχα ούτε νερό να σε φιλέψω
Ήρθες αργά
Τα μάτια μου αβέβαια σε έψαξαν 
Σαν μια εικόνα που γνωρίζουν 
Μα δεν θυμούνται να αγαπούν
Στεκόσουν εκεί 
Με το κρανίο σου και απ' όλα
Κοίταζες μέσα
Και σκέφτηκα όλα τα λουλούδια που μαράθηκαν 
Και όλα τα φρούτα κομμένα στο πιατάκι 
Που σάπισαν
μέχρι να 'ρθεις
Διέσχισα το δωμάτιο τάχα να σ' αγκαλιάσω 
Μα εσύ πιο γρήγορα άπλωσες τα χέρια προς το μέρος μου
Αργά τα γνώριμα σου χέρια
Οι άκρες των δαχτύλων σου 
Ο χειμώνας που μας ρήμαξε
Μας έγδυσε μας άφησε κενούς
Απέφυγα το βλέμμα κι αφέθηκα στο άγγιγμα 
Κρύβοντας κάτω από τα ρούχα μου μια άνοιξη γεμάτη υποσχέσεις
Εσύ ήθελες το καλοκαίρι μου
Τα μικρά κενά ανάμεσα στα δόντια σου και τους μηρούς μου τώρα άνθιζαν παχιές λωρίδες φως 
Σαν ένας άλλος Αιγύπτιος θεός υψώθηκες μπροστά μου 
έτοιμος να χαρίσεις τη ζωή ή να δικάσεις
Τα χέρια μου ψηλαφιστά βρήκαν τις πιο μικρές σου εκδορές
Σε αυτή τη διακοπή του δέρματος σου 
Έχωσα τα νύχια μου βαθιά
Να μπω μέσα στα κόκκαλα σου, κάτω από τους τένοντες και μέσα απ' τις συγχύσεις 
Κάτω απ' όλον τον ιστό που σε κρατά όρθιο μπροστά μου 
Βαθιά μέσα στα ζωτικά σου όργανα 
Και πέρα απ' αυτά
Γιατί ζηλεύω κάθε τι που φέρεις μέσα σου 
Ζηλεύω τη καρδιά που έχεις τόση ανάγκη την παλμική της κίνηση 
Ζηλεύω το στομάχι, το συκώτι και τα σπλάχνα σου
Σπλάχνο μου
Ένα ρυάκι αναβλύζει από την κλείδα σου
Και εγώ που έζησα πέντε αιώνες ξηρασία 
Νιώθω πως θέλω όλο να το πιω μα δεν θα φτάσει 
Να ξεδιψάσει ο λαός και οι βασιλείς μου.

Artwork: Δημήτρης Μαρίνης


Τρίτη 5 Ιανουαρίου 2021

Tέσσερα πενήντα ένα


Κλείνουμε τη μύτη

Κρατάμε την αναπνοή μας 

Και μετράμε αντίστροφα

 μέχρι το τέσσερα

Ξαναμετράμε τους τοίχους του δωματίου

Κλείνουμε τα μάτια 

Και ονειρευόμαστε τα χρώματα

Εγώ είδα πράσινο των ματιών σου

Τα δικά μου συνεπώς 

Με ξεγελάνε

Κοιτώ το άστρο που έχει φυτρώσει στο ταβάνι μας

Κάνω μια ευχή 

και ελπίζω να μην πέσει

Παρατηρώ τις άκρες των δακτύλων σου

Και γεύομαι τη χθεσινή βροχή

Και το άνθισμα μιας βουκαμβίλιας

Η άνοιξη αργεί ακόμα

Μα ο χειμώνας μας τελείωσε

Σε αναμονή εποχής 

Τινάζω τις κουβέρτες 

Και σε βρίσκω στις πτυχώσεις

Στριφογυρίζω αγκαλιά με την πλύση νούμερο 48.

Τα κόκκινα μένουνε κόκκινα

Και τα σεντόνια μας μυρίζουνε λιακάδα

Εισπνέουμε δυνατά

Κρατάμε την αναπνοή μας

Και ξεφυσάμε απαλά

Ένα

Δύο

Τρία

Τέσσερα

Μικρή ανακούφιση

Οι τοίχοι είναι ακόμα εδώ

Η τύχη είναι ακόμα με το μέρος μας

Και το μπαλκόνι στα επιτρεπτά μας όρια.


Κωνσταντίνα Δαούτη Δημήτρης Μαρίνης
   Artwork: Δημήτρης Μαρίνης

Τρίτη 18 Ιουλίου 2017

Αποφάσεις


Ύπνοι στους καναπέδες

και μύτες πιο υγρές κι από του σκύλου.
Το δέρμα σου κάτω από τα νύχια μου
Κι εσύ να μου φωνάζεις "μ ε ί ν ε".

Ένστικτο επιβίωσης
Σε σκότωσα πριν με σκοτώσεις.


Artwork: Δημήτρης Μαρίνης

Τρίτη 6 Ιουνίου 2017

Α-στερητικό του ύπνου- μια νύχτα που έβριθε ελλείψεις φωνηέντων

Τα βράδια με γυροφέρνει η αρρώστια.
Προχωρώ ψηλαφιστά στο σκοτάδι
φοβούμενη μη χτυπήσω το πόδι μου
σε κάποια γωνία επίπλου που προεξέχει.
Όσο ανεβαίνει ο πυρετός μόνο το όνομά σου μοιάζει πιθανή απάντηση
σε μια ερώτηση που φαίνεται να τους καίει όλους.
Τα χέρια μου έχουν συνηθίσει να ψηλαφίζουν τη γεύση σου και τώρα το μαξιλάρι μου βαθιά χωμένο ανάμεσα στα δυο μου μπούτια, έχει το σχήμα του προσώπου σου.
Οι κτητικές αντωνυμίες πληθαίνουν όσο εμείς μαζί γινόμαστε λιγότεροι.  




Artwork: Cleo43

Δευτέρα 19 Σεπτεμβρίου 2016

Δις-τοπικό


Tα δάκρυα είναι για να κυλάνε.

Ο αέρας δε φέρνει τίποτα καλό
Μονάχα σκόνη.

Αν βγω μια μέρα κλαίγοντας στον άνεμο
η σκόνη θα χωθεί μες στο ανοιχτό μου στόμα
θα αναμιχθεί με τα καυτά μου δάκρυα,
θα γίνει λάσπη και φοβάμαι θα με πνίξει.
Κλαίω μονάχα ασφαλής μες στο δωμάτιο μου.
Εκεί η σκόνη μ’ έχει συνηθίσει.



Artwork: Δημήτρης Μαρίνης

Τετάρτη 3 Αυγούστου 2016

Σημεία στίξης και βρασμού



Φίλησέ μου τα μάτια 
Δε θα 'ναι προδοσία 
Θα είναι ένας πιο γλυκός τρόπος 
να μου σκουπίσεις τα δάκρυα 
Τι λέω!
Αυτή είναι η μεγαλύτερη προδοσία απ' όλες
Μια βίαιη τέλεια 
Στους φυσικούς νόμους της βαρύτητας.






Αrtwork: http://drawing.plumbing/                                                                                         https://www.instagram.com/tdufva/

Παρασκευή 15 Ιουλίου 2016

Αποκόλληση από τον πυρήνα

Φυσικές διαδικασίες
Τράβηξες το σκοινί απότομα και έπεσα.
Τράβηξα το σκοινί απότομα και κόπηκε.
Έλλειψη τεχνικής και βαθμολογία με πρόσημο αρνητικό.

Χρειάζεται μαεστρία για να ζεις επικινδύνως.


Θα αρκεστώ στα καλλωπιστικά φυτά μου.
Ελπίζω να μη δαγκώνουν οι ορχιδέες.



Artwork: Δημήτρης Μαρίνης

Τετάρτη 15 Ιουνίου 2016

Λευκός ήχος

Στην αρχή είχε φωνές
Τώρα ησυχία.
Περπατάω περισσότερο και τρώω λιγότερο.
Προσπαθώ να εξαφανιστώ διακριτικά.
Ησυχία.
Συχνάζω σε κηδείες.
Νιώθω καλύτερα όταν κλαίνε κι άλλοι γύρω μου
Χαμογελώ στους γνωστούς
Μένω σιωπηλή με τους φίλους
Θρηνώ όταν είμαι μόνη
Βγαίνω έξω πιο συχνά. Πίνω περισσότερο.
Αγκαλιάζω τους μεθυσμένους, φιλάω τους τρελούς.
Ίσως εκείνοι ξέρουν κάτι
που οι υπόλοιποι αγνοούμε
Μπαίνω στο σπίτι
Ησυχία.
Η γάτα μου με αποφεύγει από ένστικτο
Εγώ με αποφεύγω από ανάγκη.
Ο ύπνος με παίρνει τις πρώτες πρωινές ώρες, στον καναπέ.
Το κρεβάτι δεν μου ανήκει πλέον.
Το σώμα μου δε μου ανήκει πλέον.
Θα το κοιτάζω από ψηλά.

Να μια κηδεία στην οποία
Δε θα βρεθεί κανείς να κλάψει.




Artwork: Δημήτρης Μαρίνης

Πέμπτη 2 Ιουνίου 2016

Νυχτερινό



Ξύπνησα από ένα λυγμό
Δεν ξέρω αν ήτανε δικός σου
Ή δικός μου



Ο ύπνος με ξαναπήρε


Μέσα σε υγρά μαξιλάρια.




Artwork: Δημήτρης Μαρίνης

Πέμπτη 19 Μαΐου 2016

Περί ιδιοκτησίας




Δως μου ένα όνομα
Και πάρε μου τις ιδιότητες
Έτσι
Mε μια δοτή ταυτότητα
Πιο πολύ θα σου ανήκω






Αrtwork: Δημήτρης Μαρίνης 

Τρίτη 9 Ιουνίου 2015

Αυτός 1.0.2




Ζωγράφισε μια λυπημένη γυναίκα και την κόλλησε στο πρόσωπό μου.
«Τώρα η μοναξιά είναι φίλη σου» είπε
«Τώρα η μοναξιά είμαι εγώ» απάντησα.
Περιφερόμουν για ώρα μέσα στο άδειο σπίτι σαν λαβωμένο σκυλί, προσπαθώντας να μυρίσω την μυρωδιά του πριν πάρει και την τελευταία του βαλίτσα.
«Θα σαι εντάξει» είπε. «Δεν σε φοβάμαι».
Εγώ με φοβόμουν. Είχα γίνει η μοναξιά και πλέον δεν με ήθελα για παρέα.

Με φίλησε στον ώμο καθώς έλεγε τις τελευταίες του λέξεις. Πλέον δεν είχα στόμα. Ούτε για φιλιά, ούτε για απαντήσεις. Είχα μια αγκύλη που ‘κλινε προς τα κάτω και μια μύτη που δεν ήθελε να θυμάται. 







Artwork: Δημήτρης Μαρίνης 

Παρασκευή 14 Νοεμβρίου 2014

Πρωί Νοέμβρη

Ό,τι έγραψα κάποτε για σένα,
απευθύνεται τώρα σε κάποιον άλλον.
Ουδείς αναντικατάστατος.
Ξυπνώ και πάλι μοναχή σε υγρά κρεβάτια που μυρίζουν σεξ και απουσία.
Εσύ παραδόξως είσαι εκεί.
Εμένα ψάχνω μες τα σκεπάσματα.

Είναι τυχαίο που τα σεντόνια μοιάζουν με φαντάσματα;
Εκεί μετριέται άλλωστε ο φόβος.
Στα βράδια που ξαπλώσαμε κενοί από αγκαλιές,
μεστοί από έρωτα.



Παρασκευή 22 Μαρτίου 2013

Πίσω από νέον φώτα, ποπ κορν και σανγκρια.

Χορεύει γελώντας. Τα μαλλιά της έχουν μακρύνει αρκετά από την τελευταία φορά που την είδα. 
Τα ρούχα της είναι καθαρά και καλοσιδερωμένα. Τα μάτια της βαμμένα μπλε.
Φωνάζει. Φωνάζει δυνατότερα από τα άλλα κορίτσια.
Μια ανάγκη μέσα της ζητάει αγκαλιές μα προτιμά να αγκαλιάζει τον εαυτό της. 
Είναι βαθιά ρομαντική μα το κρύβει πίσω από ένα στημένο λάηφ στάηλ. Αναρωτιέμαι, προσπαθεί να γίνει κάτι που δεν είναι ή παλεύει ανάμεσα σε δυο κόσμους; 
Κατά πάσα πιθανότητα και τα δύο. 
Είναι ερωτευμένη. Στα συρτάρια της φυλά κραγιόν και εισιτήρια αεροπλάνου. 
Βάφει τα νύχια της με κινήσεις βιαστικές και κρύβει στη μυρωδιά του ασετόν τις ανασφάλειες της. 
Θέλει να 'ναι πολυεπίπεδη, να κάνει καταδύσεις, άλλα βολεύεται νωχελικά σερφάρωντας στην επιφάνεια των πραγμάτων. 
Ειρωνεύεται τον εαυτό της μα ενοχλείται όταν κάποιος την σχολιάζει. 
Κινείται πάντα βιαστικά θέλοντας να προλάβει το χρόνο. Ο εσωτερικός της ρυθμός είναι έντονος.
Γελάει δυνατά, βρίζει, μα αγαπάει τους ανθρώπους. 
Χτίζει την εικόνα της προσεκτικά, μα αντιλαμβάνεται το εύθραυστο της κατασκευής. 
Όταν την κοιτάζω την νιώθω πάντα έφηβη. Παλεύει με τον εαυτό της και ταυτόχρονα, γεμάτη ενθουσιασμό τον επιβραβεύει. 
Οι λέξεις τις στέκονται επιδερμικά, στην άκρη των χειλιών μα όταν τις προφέρει διακρίνεται το ελαφρύ της χιούμορ. 
Μου αρέσει να την παρατηρώ όταν μιλά. 
Ακόμα και αν αυτά που λέει δε με αφορούν καθόλου και όταν η φωνή της με κουράζει, έχει ένα τόσο ενδιαφέρον κράμα χρωμάτων και υφής. 
Γράφει. Μερικές φορές ανορθόγραφα, άλλες ασύντακτα, άλλες σαν να μην είναι αυτή, μα είναι τόσο δυνατή η επιθυμία της να εκφραστεί μέσω αυτού, που όλες οι ατέλειες γίνονται νόημα δυνατό και ξεκάθαρο.
Είναι μια κοπέλα σαν όλες τις άλλες. Χαμογελάει στις φωτογραφίες, γέρνοντας στο πλάι το κεφάλι της, μα μέσα της κρύβεται μια αδιόρατη θλίψη. 
Είναι μια κοπέλα σαν όλες τις άλλες και ταυτόχρονα δε μοιάζει με καμιά.
Αυτό το κείμενο είναι μια Όλγα που φεύγει. 

Τρίτη 5 Μαρτίου 2013

Τρέξε Λόλα, τρέξε

Μια μέρα θα φύγω από τη ζωή σου, έτσι ξαφνικά, όπως μπήκα.
Δε θα κάνω θόρυβο. Δε ξέρω καν αν θα αφήσω ίχνη.
Αναρωτιέμαι αν θα το καταλάβεις. Αν θα σου λείψω ή αν θα με σκέφτεσαι που και που.
Και στη μικρή εκείνη αιωρούμενη στιγμή, που θα πάρω την απόφαση, δεν ξέρω αν θα με σπρώξεις μακριά ή προς το μέρος σου.
Παίζουμε τα παιχνίδια σου καιρό. Μερικές φορές παραπονέθηκα, στην ανάγκη μου να παίξουμε κάτι άλλο. Κουράστηκα με το κυνηγητό, τους κλέφτες και αστυνόμους, το κρυφτό.
Τα πόδια μου με απογοητεύουν. Συνεχίζουν να τρέχουν -κουρασμένα- αλλά ποτέ μακριά σου. Σταματώ τα δάκρυα στην άκρη των ματιών, παίρνω βαθιές εισπνοές και συνεχίζω.  
Οι ελάχιστες στιγμές ευτυχίας δίπλα σου δεν δικαιολογούν την εμμονή μου να υπακούω σε όλους τους καινούργιους, απαράβατους κανόνες που θεσπίζεις κάθε φορά που θέλεις να κερδίσεις.
Λέω πως δεν ανησυχώ για μένα. Πως ξέρω τα όρια μου.
Μα τελευταία, νιώθω πως τα αγγίζεις, παίζεις μαζί τους, γράφεις τραγούδια με τις λεπτά  τεντωμένες χορδές τους, γελάς ενώ καταλαβαίνεις πως είναι έτοιμες να σπάσουν.
Δεν θα σβήσω σταδιακά. Θα ναι ένα απότομο σταμάτημα.
 Δεν θα παραβώ κανέναν από τους εκατομμύρια κανόνες σου. Τα "μη" και "απαγορεύεται" δεν με δελεάζουν πια όπως στην αρχή. Απλά θα αποχωρήσω απ το παιχνίδι.
 Θα βρω άλλον συμπαίκτη. Και εσύ θα βρεις άλλον να παίξεις μαζί του.
Εγώ θα λαμβάνω απλόχερα αυτά που εσύ μου δινες με σταγονόμετρο και εσύ θα αναγγέλεις ντυμένος με φράκο και ημίψηλο την βαθμολογία μου στα μεγάφωνα.
Νιώθω πως πέρασα τη βάση. Οι βασικές μου ανάγκες όμως έμειναν ακάλυπτες.
Την μέρα που θα φύγω, θα τη νιώσεις. Θα ξυπνήσεις διαφορετικά και ενώ ο καφές σου θα χει την ίδια γεύση, θα χεις αυτό το περίεργο αίσθημα πως κάτι θα συμβεί.
Δεν θα το συσχετίσεις με εμένα. Όχι αρχικά, τουλάχιστον.
Καθώς η μέρα θα προχωρά και εσύ θα χάνεσαι στον συνηθισμένο χορό της καθημερινότητας σου, θα χεις μια έκλαμψη που θα συνδέεται με εμένα. Θα με αναζητήσεις. Θα απαντήσω με τον ίδιο τρόπο που απαντώ κάθε φορά που με καλείς.
Μα θα ξέρουμε και οι δύο πως δεν είναι το ίδιο.
Και πως δε θα ναι ξανά.

Δευτέρα 4 Μαρτίου 2013

Σπιτική Συντάγη

Τικ τακ. Ήχος ρολογιού. Αμήχανες σιωπές. Βλέμματα αναγνωριστικά.
Έξω βρέχει. Μακάρι να έβρεχε και μέσα μας.
Τα χέρια μου είναι παγωμένα. Τα τρίβω μεταξύ τους να ζεσταθούν.
Εσύ στρίβεις ένα τσιγάρο. Δεν μιλάει κανείς εδώ και αρκετή ώρα.
Πόσα πράγματα θα ‘ταν διαφορετικά αν δεν είχε μιλήσει κανείς μας εξαρχής;
Άπαξ και ακουστεί αυτό το «θέλω να μιλήσουμε» παύουν να υπάρχουν όλα τα συναισθήματα. Απλά «το συζητάμε».
Δεν είδαμε τον τοίχο από επιλογή ή από παροδική τύφλωση; Δεν έχει και πολύ σημασία αν σκεφτείς πως έτσι κι αλλιώς θα πέφταμε πάνω του.
Και αν πέφταμε και οι δύο μαζί, ταυτόχρονα, ίσως και να καταφέρναμε να τον γκρεμίσουμε.
Άλλα, έτσι άχαρα και άτσαλα που το κάναμε κι αυτό, εσύ πρόλαβες και φρέναρες τελευταία στιγμή ενώ εγώ προσπαθώ ακόμα να ξεκολλήσω τα κομμάτια μου από πάνω του.
Πόσα θα ήταν αλλιώς αν ακούγαμε τις συμβουλές τρίτων; Πόσα θα είχαν αποφευχθεί αν δεν διαβάζαμε τόσα βιβλία και δεν βλέπαμε τόσες ρομαντικές ταινίες.
 Ή εάν διαβάζαμε και βλέπαμε περισσότερα. Κάτι με τις αναλογίες πήγε λάθος μεταξύ μας. 
Μια ανισορροπία δυνάμεων και έτσι δεν έδεσε το γλυκό.
Ίσως να ‘ναι και καλύτερα. Μη μας ανέβει και το ζάχαρο.
 Ας μασήσουμε πικρή απόρριψη μέχρι να περάσει η ώρα. 



Τετάρτη 9 Ιανουαρίου 2013

Συνειρμικό

Όταν γράφεις με αυτοματισμούς, τα εγκεφαλικά σου κύτταρα παύουν να μοιάζουν με το σύμπαν

και γίνονται ένα με αυτό. 


Μερικές φορές να μου δίνεις λίγο χρόνο, να παλέψω με τους δαίμονες μου και να τους ξεσκίσω. 
Να μη ζω πια μέσα στο μαύρο μα να ‘μαι χρώμα κόκκινο και χρυσό και να αγαπήσω τις ατέλειες και τα λάθη μου. Και αφήνοντας πίσω άμυνες και λόγια και σκέψεις να γίνω μια μεγάλη πεταλούδα που πετά μεθυσμένη ανάμεσα από χέρια που κυνηγούν να την πιάσουν.
Και όταν ξεκλειδώσεις τα συρτάρια μου και αφήσεις τις λέξεις να ξεχυθούν πάνω σου σαν ποτάμι να μη φοβηθείς που δεν ήμουν αυτό που ζήτησες αλλά ήμουν κάτι καλύτερο ή κάτι χειρότερο και να μην πεις πως δε μπορείς να το διαχειριστείς γιατί αν δεν μπορείς εσύ, κανείς δε θα μπορέσει.
Και αν θα μαραθώ κάποτε θα ναι γιατί έμεινε μια ανάγκη μέσα μου απότιστη και τράβαγε νερό απ’ τα μάτια μου, σε σβησμένα φανάρια και τούνελ σιωπής. Και με τα φώτα παίζοντας σε ένα χρόνο κενό, μου ‘δωσες μια ελπίδα που δεν ένιωθες μα ήταν αυτό που ήθελα να γίνω.
Και αν μυρίζω στον αέρα γύρω σου πρωινή διαφθορά είναι γιατί την φέρω πάνω μου σαν ένα πράσινο δαυλό και ένα τραγούδι μισοτελειωμένο, έναν χείμαρρο λέξεων και προτάσεων άλογων και ανόητων παρατηρώντας τον κέρσορα μου να αναβοσβήνει νευρικά και ψυχαναγκαστικά κατά-γράφω σκέψεις των εσωτερικών σωμάτων και ακέφαλων τεράτων που κουβαλάω μέσα μου τα βράδια της υπομονής.
Και αν πουλήσαμε το τέλος μας φθηνά, για ένα χειροκρότημα λίγων δευτερολέπτων, κρατήσαμε ανείπωτα όλα αυτά που ‘φραξαν τις αρτηρίες της δημιουργίας μας και γίναμε τσιμέντο μέσα σε μια μήτρα καταραμένη να γεννά άβουλα πλάσματα, ακρωτηριασμένα από τον έλεγχο. 

Τετάρτη 15 Φεβρουαρίου 2012

Η μάσκα που κρύβεις


Μερικές φορές συμβαίνει. Βλέπεις τον κίνδυνο και όμως παρόλα αυτά τρέχεις καταπάνω του όπως οι πεταλούδες γυρίζουν γύρω από τη φωτιά που τις μαγεύει και θρέφεται από αυτές. 
Σαν να χει απορρυθμιστεί το σύστημά σου και όλα μέσα σου να εντείνονται τόσο ώστε το πρωί να σε αφήνει σε ένα μέρος που δεν θυμάσαι και τα βράδια να μη σε βρίσκουν ποτέ στο μέρος που θα θελες.
 Και παλεύεις μέσα σου με τη συνηθισμένη σου μάσκα, που σε έχει βέβαια σώσει πολλές φορές μα αυτή τη φορά της φωνάζεις πως δεν θέλεις να σωθείς και εκείνη σου φωνάζει πως είναι η πρώτη φορά που τη χρειάζεσαι τόσο. 
Και τη πετάς και τη ξεχνάς σε μια γωνιά και βάζεις μιαν άλλη, μια χαρούμενη, μια που φοράς σπάνια, μια που σε κάνει να χορεύεις μεθυσμένη από ευτυχία στις έξι το πρωί και να εισπνέεις τον καπνό απ’ τα τσιγάρα του σαν να ήταν καθαρός αέρας και για πρώτη φορά να βγάζουν τόσο πολύ νόημα οι στίχοι των τραγουδιών, τόσο πολύ που εύχεσαι την ώρα που τα τραγουδάς  να μπορούσες να πετάξεις φωνάζοντας δυνατά «είμαστε αυτός ο στίχος». 
Και πέφτεις έτσι στο κρεββάτι φορώντας τη χαρούμενη μάσκα σου, μα ο ύπνος σας ξεβάφει, η μάσκα σου μοιάζει μάλλον με κακό αποκριάτικο αστείο και το επόμενο πρωί το μόνο που χεις να σου θυμίζει τη χθεσινή σου ευτυχία είναι ένα κακό χανγκόβερ, ένας λαιμός που χρειάζεται τρία παυσίπονα για να θυμίσει ξανά φωνή ανθρώπου και ένα θαμπό δέρμα που νοσταλγεί τη λάμψη του έρωτα.
 Δεν μπορείς να θυμηθείς κανένα στίχο, κανέναν ήχο, καμιά μουσική. Η παλιά σου μάσκα σε κοιτάει με αυτό το «σ’τα λεγα εγώ» ύφος και εσύ τη παίρνεις και τη φοράς απρόθυμα γεμίζοντάς την άφατη χαρά που για μια ακόμα φορά βγήκε σωστή. 
Και έτσι, απογοητευμένες και θυμωμένες η μία με την άλλη φτιάχνετε καφέ και κοιταζόσαστε με εκείνη να νεύει κατευναστικά και εσένα να προσπαθείς να καταλάβεις τι πάει λάθος. 
Προσθέτεις μια κουταλιά ζάχαρη στο καφέ σου, μεγάλη και εκείνη γνέφει το κεφάλι της επικριτικά κοιτάζοντας τη ζυγαριά σου. 
Και τότε το βλέπεις! Το μόνο λάθος που κάνεις είναι που επιλέγεις να φοράς ακόμα αυτή τη μάσκα, μια μάσκα που δεν γελά, δεν χορεύει, δεν ερωτεύεται, δεν απογοητεύται, δεν κλαίει.
 Η μάσκα που φοβάται να ρισκάρει, που κρυώνει γιατί δεν θέλει να πλησιάσει τη φωτιά. 
Και την έχεις συνηθίσει τόσο, που είσαι στη σκιά της, ένα φοβικό παιδί που παίζει πάντα στο μπαλκόνι του, με μοναδικό φίλο ένα μπαλόνι δεμένο στα κάγκελα. 
Τη βγάζεις. Σε κοιτά περιμένοντας να κάνεις το επόμενό σου βήμα. Να δει, ποια μάσκα θα φορέσεις τώρα μέχρι να βαρεθείς και να γυρίσεις μετανιωμένη πίσω στη σιγουριά της.
Έκπληξη. Αυτή τη φορά θα δοκιμάσουμε χωρίς μάσκες. Χωρίς καλούπια. Χωρίς κουτάκια. Θα δούμε τα πρόσωπα γυμνά. Ναι, θα ναι δύσκολο, μα με τον καιρό συνηθίζεται. 
Ίσως πιο εύκολα απ’ ότι μια αποπνικτική μάσκα. 

Πέμπτη 26 Μαΐου 2011

εξορκισμοί..

Πάλι σε ονειρεύτηκα. Αυτή τη φορά δέχτηκες να μ' ακούσεις και στο τέλος με αγκάλιασες.
Πάνε περίπου οχτώ μήνες που σε βλέπω σχεδόν κάθε βράδυ στον ύπνο μου και ποτέ δεν είσαι δίπλα μου όταν ξυπνάω. 
Και πάντα σηκώνομαι στεναχωρημένη, με κακή διάθεση, περιμένοντας τη στιγμή που θα ξαναπέσω για ύπνο για να σε δω.
Δεν είσαι ο μόνος που πληγώθηκε.. Μα αν κρίνω από τους μήνες που περάσαν θα 'σαι μάλλον αυτός που από τους δύο μας θα καταφέρει να το ξεπεράσει. 
Εγώ είμαι ακόμα  εδώ. Μιλάω για σένα τουλάχιστον μια φορά την μέρα και σε σκέφτομαι πολύ περισσότερες. 
Πλέον δεν μπορώ να γράψω. Τελευταία φορά που έγραψα κάτι, δεν δέχτηκες καν να το διαβάσεις.
Όλες μου οι προσπάθειες πέφτουν στο κενό.
Μπορώ -μάλλον- να καταλάβω τι έκανα και με τιμωρείς έτσι.
Πες μου όμως τι μπορώ να κάνω για να με συγχωρέσεις.
Ή έστω για να σε ξεπεράσω.
Δεν αντέχω να νοιώθω άλλο έτσι. Άπλα κουράστηκα και δεν με βγάζει πουθενά.
Θέλω απλά να έχω τα πάντα από σένα.
Να εισπνεύσω όλη σου τη μυρωδιά.
Να γευτώ την παραμικρή σου ανάσα.
Να σ' αγκαλιάσω βίαια και να νιώσω το σώμα σου πάνω στο δικό μου, ώσπου να ηλεκτριστούν  οι ρίζες των μαλλιών μου απ' την αφή.

Να μπεις σε κάθε εκατοστό του κορμιού μου, ώστε όλα μου τα κύτταρα να γεμίσουν από σένα.
Έστω για ένα δευτερόλεπτο να γίνω εσύ.
Να δω με τη ματιά σου, να ακούσω ό,τι ακούς, να έχω το ηχόχρωμα της φωνής σου.
Να γίνω εσύ, με τις σπασμωδικές κινήσεις σου, εσύ, με τις αποφάσεις που πονάνε, εσύ, τόσο γλυκός και τρυφερός και καλός και σκληρός και βίαιος και κακός. Εσύ. 
Να είμαι εσύ, να σε έχω τόσο.
Έστω για ένα δευτερόλεπτο.
Και έπειτα να σε διώξω. Να σε βγάλω από μέσα μου. Να ξεσκονίσω όλα τα ξεχασμένα σου κομμάτια. Να γίνω εσύ, για να σε κάνω να με αφήσεις.
Να μείνω εγώ, μόνη μου, εγώ, σε άδειο σώμα, μα επιτέλους ΜΟΝΗ ΜΟΥ. 
Χωρίς τίποτα να μπορεί να σε ξυπνήσει, αφού δεν θα κοιμάσαι μέσα μου πια.
Να είμαι εσύ ολοκληρωτικά και καθόλου.. 







(δυστυχώς) Συνεχίζεται..

Δευτέρα 11 Απριλίου 2011

αν είσαι, είμαι.

Τρέμω στη σκέψη του αγγίγματός σου.
Τρέμω στη σκέψη πως δεν θα με ξαναγγίξεις.



Δεν είναι το ίδιο τρέμουλο.
Να ξαπλώνω στο κρεβάτι μου αγκαλιά με ένα χείμαρρο αγγίγματα, δικά σου όλα.
Με τα άτιμα φιλιά της αμφιβολίας στο προσκεφάλι μου, όλα εκείνα που ονειρεύομαι και δεν ξέρω αν θα γευτώ.
Σαν ένας δαίμονας να το χει βάλει στοίχημα, να μην μ' αφήνει να κοιμηθώ τα βράδια και εκείνα, επίμονα, να τρυπάν το κορμί μου σαν χίλιες, μικρές, αόρατες βελόνες.

Το λάθος τραγούδι στο ραδιόφωνο.

Ένα λεπτό κενού χρόνου που δεν είχα υπολογίσει

και βρέθηκα ξαφνικά να χάνω στο αλλόκοτο κρυφτό που παίζα τόσο καιρό με την μελαγχολία.
Να γλείφω δειλά ψευδαισθήσεις μιας αγκαλιάς και ελπίδες ενός πιθανού γυρισμού 
και το ρολόι να γυρίζει ανάποδα, κάνοντας το ξημέρωμα ν' αργεί μαρτυρικά πολύ.
Να χει μια τόσο όμορφη μέρα και εγώ να μην θέλω/ να μην μπορώ,
να αφήσω τον ήλιο να ζεστάνει το χειμωνιάτικό μου δέρμα.
Ντυμένη με φύλλα σε αποχρώσεις του καφέ και του γκρίζου, βαριά και αργοκίνητη, 
ικανή μονάχα να ρουφώ κάθε κόκκο σκόνης που αφήνεις πίσω σου τρέχοντας προς την άνοιξη.
Μέχρι να γυρίσω το κεφάλι μου, έχεις ήδη περάσει και χαθεί, ξεχνώντας με αιώνες πίσω.
Ανοίγω τα μάτια. 

Εφιάλτες δεν είναι αυτά που ζω όταν κοιμάμαι, αλλά αυτά που -δεν- αντικρίζω όταν είμαι ξύπνια.

Παρασκευή 21 Ιανουαρίου 2011

extirpación.


   Κατακλυσμός εικόνων. Διαμελισμένα δευτερόλεπτα ευτυχίας.
Πυρετός. Τα λόγια τους. Τα λόγια τους σαν φλόγες που ξερνάνε γιγαντιαίοι δράκοι που έχουν πάρει τη θέση της γλώσσας τους.
  Πόλεμος. Στη μια μεριά τα γεγονότα. Στην άλλη εσύ. Στη μέση εμείς.
Βλέπεις το φως μας να τρεμοπαίζει και να σβήνει. Ξεθωριάζουμε σταδιακά.
Μένεις εσύ αντιμέτωπος με τα γεγονότα. Σε πλησιάζουν· κάποια τα αναγνωρίζεις, κάποια άλλα, όχι. Κάποια έχουν παραμορφωθεί τόσες μέρες που πέρασαν στο πεδίο της μάχης. Κάποια έχουν ξεχαστεί, αφηρημένα στις τελευταίες γραμμές.
Μαζί τους πολεμούν οι συσκευές. Υπολογιστές και τηλέφωνα στη πρώτη γραμμή. Κρατάνε πανό. Και όλα προβάλλουν μία εικόνα: το στήθος μου.
Έτοιμο να σπάσει, βαρύ, σαν να χει γίνει η καρδιά μου από μολύβι.
Βάζεις το χέρι σου μέσα από τη μπλούζα μου, ηλεκτρισμός για ένα δευτερόλεπτο και μετά με μια απότομη κίνηση, τη ξεριζώνεις.-δεν πονάει τόσο όσο νόμιζα.
Το χέρι σου είναι μαύρο, η μολυβένια μου καρδιά ακόμα χτυπάει, ζεστή μέσα στη παλάμη σου.
Εγώ δεν είμαι καν παρούσα για να σε εμποδίσω.
Δεν βλέπεις τα μάτια μου-είναι πιο εύκολο έτσι.
Αρχίζεις να τρέχεις. Άγριο τοπίο. Καμία ομορφιά, η καρδιά μου ακόμα στο χέρι σου.
Κάθεσαι σε μια πέτρα, εξαντλημένος, λαχανιασμένος.
  Το μόνο που ακούγεται, ο ήχος της ανάσας σου.
Και ψίθυροι. 
Προέρχονται από το μολυβένιο σου απόκτημα.
Σε τρελαίνουν· το μυαλό σου είναι πολύ κουρασμένο για να ξεχωρίσει λέξεις και νοήματα μέσα σ’αυτόν τον καταρράκτη συναισθημάτων.
Την πετάς μακριά. Αλλά τώρα οι ψίθυροι ακούγονται δυνατότερα από ποτέ.
Παίρνεις μια μυτερή πέτρα· δεν μπορείς να δεις τα μάτια μου μα είσαι σίγουρος πως κλαίω. Σκοτεινές αποχρώσεις μιας διεστραμμένης ευχαρίστησης.

Πλησιάζεις τη καρδιά μου αργά, μεθοδικά, η πέτρα στα χέρια σου φαντάζει απειλητική.
Μικρή ανατροπή γεγονότων: δε σε παρακαλώ για τη σωτηρία της, σε ικετεύω να το κάνεις.
Τη στιγμή που τη σχίζεις, μαύρα δάκρυα αναβλύζουν απ’τα μάτια σου. Δεν τα βλέπει κανείς όμως, με τόσο σκοτάδι τριγύρω.
Συνεχίζεις να την τρυπάς με μανία, η καρδιά μου έχει πλέον ένα ακαθόριστο σχήμα, μέχρι που διαλύεται εντελώς. Σαν να θες να βάλεις μιαν επικίνδυνη τελεία, τη λιώνεις και γράφεις με αυτή τις τελευταίες σου λέξεις.  

Και είναι τα λόγια τους 



·