Παρασκευή 14 Νοεμβρίου 2014

Πρωί Νοέμβρη

Ό,τι έγραψα κάποτε για σένα,
απευθύνεται τώρα σε κάποιον άλλον.
Ουδείς αναντικατάστατος.
Ξυπνώ και πάλι μοναχή σε υγρά κρεβάτια που μυρίζουν σεξ και απουσία.
Εσύ παραδόξως είσαι εκεί.
Εμένα ψάχνω μες τα σκεπάσματα.

Είναι τυχαίο που τα σεντόνια μοιάζουν με φαντάσματα;
Εκεί μετριέται άλλωστε ο φόβος.
Στα βράδια που ξαπλώσαμε κενοί από αγκαλιές,
μεστοί από έρωτα.



Παρασκευή 22 Μαρτίου 2013

Πίσω από νέον φώτα, ποπ κορν και σανγκρια.

Χορεύει γελώντας. Τα μαλλιά της έχουν μακρύνει αρκετά από την τελευταία φορά που την είδα. 
Τα ρούχα της είναι καθαρά και καλοσιδερωμένα. Τα μάτια της βαμμένα μπλε.
Φωνάζει. Φωνάζει δυνατότερα από τα άλλα κορίτσια.
Μια ανάγκη μέσα της ζητάει αγκαλιές μα προτιμά να αγκαλιάζει τον εαυτό της. 
Είναι βαθιά ρομαντική μα το κρύβει πίσω από ένα στημένο λάηφ στάηλ. Αναρωτιέμαι, προσπαθεί να γίνει κάτι που δεν είναι ή παλεύει ανάμεσα σε δυο κόσμους; 
Κατά πάσα πιθανότητα και τα δύο. 
Είναι ερωτευμένη. Στα συρτάρια της φυλά κραγιόν και εισιτήρια αεροπλάνου. 
Βάφει τα νύχια της με κινήσεις βιαστικές και κρύβει στη μυρωδιά του ασετόν τις ανασφάλειες της. 
Θέλει να 'ναι πολυεπίπεδη, να κάνει καταδύσεις, άλλα βολεύεται νωχελικά σερφάρωντας στην επιφάνεια των πραγμάτων. 
Ειρωνεύεται τον εαυτό της μα ενοχλείται όταν κάποιος την σχολιάζει. 
Κινείται πάντα βιαστικά θέλοντας να προλάβει το χρόνο. Ο εσωτερικός της ρυθμός είναι έντονος.
Γελάει δυνατά, βρίζει, μα αγαπάει τους ανθρώπους. 
Χτίζει την εικόνα της προσεκτικά, μα αντιλαμβάνεται το εύθραυστο της κατασκευής. 
Όταν την κοιτάζω την νιώθω πάντα έφηβη. Παλεύει με τον εαυτό της και ταυτόχρονα, γεμάτη ενθουσιασμό τον επιβραβεύει. 
Οι λέξεις τις στέκονται επιδερμικά, στην άκρη των χειλιών μα όταν τις προφέρει διακρίνεται το ελαφρύ της χιούμορ. 
Μου αρέσει να την παρατηρώ όταν μιλά. 
Ακόμα και αν αυτά που λέει δε με αφορούν καθόλου και όταν η φωνή της με κουράζει, έχει ένα τόσο ενδιαφέρον κράμα χρωμάτων και υφής. 
Γράφει. Μερικές φορές ανορθόγραφα, άλλες ασύντακτα, άλλες σαν να μην είναι αυτή, μα είναι τόσο δυνατή η επιθυμία της να εκφραστεί μέσω αυτού, που όλες οι ατέλειες γίνονται νόημα δυνατό και ξεκάθαρο.
Είναι μια κοπέλα σαν όλες τις άλλες. Χαμογελάει στις φωτογραφίες, γέρνοντας στο πλάι το κεφάλι της, μα μέσα της κρύβεται μια αδιόρατη θλίψη. 
Είναι μια κοπέλα σαν όλες τις άλλες και ταυτόχρονα δε μοιάζει με καμιά.
Αυτό το κείμενο είναι μια Όλγα που φεύγει. 

Τρίτη 5 Μαρτίου 2013

Τρέξε Λόλα, τρέξε

Μια μέρα θα φύγω από τη ζωή σου, έτσι ξαφνικά, όπως μπήκα.
Δε θα κάνω θόρυβο. Δε ξέρω καν αν θα αφήσω ίχνη.
Αναρωτιέμαι αν θα το καταλάβεις. Αν θα σου λείψω ή αν θα με σκέφτεσαι που και που.
Και στη μικρή εκείνη αιωρούμενη στιγμή, που θα πάρω την απόφαση, δεν ξέρω αν θα με σπρώξεις μακριά ή προς το μέρος σου.
Παίζουμε τα παιχνίδια σου καιρό. Μερικές φορές παραπονέθηκα, στην ανάγκη μου να παίξουμε κάτι άλλο. Κουράστηκα με το κυνηγητό, τους κλέφτες και αστυνόμους, το κρυφτό.
Τα πόδια μου με απογοητεύουν. Συνεχίζουν να τρέχουν -κουρασμένα- αλλά ποτέ μακριά σου. Σταματώ τα δάκρυα στην άκρη των ματιών, παίρνω βαθιές εισπνοές και συνεχίζω.  
Οι ελάχιστες στιγμές ευτυχίας δίπλα σου δεν δικαιολογούν την εμμονή μου να υπακούω σε όλους τους καινούργιους, απαράβατους κανόνες που θεσπίζεις κάθε φορά που θέλεις να κερδίσεις.
Λέω πως δεν ανησυχώ για μένα. Πως ξέρω τα όρια μου.
Μα τελευταία, νιώθω πως τα αγγίζεις, παίζεις μαζί τους, γράφεις τραγούδια με τις λεπτά  τεντωμένες χορδές τους, γελάς ενώ καταλαβαίνεις πως είναι έτοιμες να σπάσουν.
Δεν θα σβήσω σταδιακά. Θα ναι ένα απότομο σταμάτημα.
 Δεν θα παραβώ κανέναν από τους εκατομμύρια κανόνες σου. Τα "μη" και "απαγορεύεται" δεν με δελεάζουν πια όπως στην αρχή. Απλά θα αποχωρήσω απ το παιχνίδι.
 Θα βρω άλλον συμπαίκτη. Και εσύ θα βρεις άλλον να παίξεις μαζί του.
Εγώ θα λαμβάνω απλόχερα αυτά που εσύ μου δινες με σταγονόμετρο και εσύ θα αναγγέλεις ντυμένος με φράκο και ημίψηλο την βαθμολογία μου στα μεγάφωνα.
Νιώθω πως πέρασα τη βάση. Οι βασικές μου ανάγκες όμως έμειναν ακάλυπτες.
Την μέρα που θα φύγω, θα τη νιώσεις. Θα ξυπνήσεις διαφορετικά και ενώ ο καφές σου θα χει την ίδια γεύση, θα χεις αυτό το περίεργο αίσθημα πως κάτι θα συμβεί.
Δεν θα το συσχετίσεις με εμένα. Όχι αρχικά, τουλάχιστον.
Καθώς η μέρα θα προχωρά και εσύ θα χάνεσαι στον συνηθισμένο χορό της καθημερινότητας σου, θα χεις μια έκλαμψη που θα συνδέεται με εμένα. Θα με αναζητήσεις. Θα απαντήσω με τον ίδιο τρόπο που απαντώ κάθε φορά που με καλείς.
Μα θα ξέρουμε και οι δύο πως δεν είναι το ίδιο.
Και πως δε θα ναι ξανά.

Δευτέρα 4 Μαρτίου 2013

Σπιτική Συντάγη

Τικ τακ. Ήχος ρολογιού. Αμήχανες σιωπές. Βλέμματα αναγνωριστικά.
Έξω βρέχει. Μακάρι να έβρεχε και μέσα μας.
Τα χέρια μου είναι παγωμένα. Τα τρίβω μεταξύ τους να ζεσταθούν.
Εσύ στρίβεις ένα τσιγάρο. Δεν μιλάει κανείς εδώ και αρκετή ώρα.
Πόσα πράγματα θα ‘ταν διαφορετικά αν δεν είχε μιλήσει κανείς μας εξαρχής;
Άπαξ και ακουστεί αυτό το «θέλω να μιλήσουμε» παύουν να υπάρχουν όλα τα συναισθήματα. Απλά «το συζητάμε».
Δεν είδαμε τον τοίχο από επιλογή ή από παροδική τύφλωση; Δεν έχει και πολύ σημασία αν σκεφτείς πως έτσι κι αλλιώς θα πέφταμε πάνω του.
Και αν πέφταμε και οι δύο μαζί, ταυτόχρονα, ίσως και να καταφέρναμε να τον γκρεμίσουμε.
Άλλα, έτσι άχαρα και άτσαλα που το κάναμε κι αυτό, εσύ πρόλαβες και φρέναρες τελευταία στιγμή ενώ εγώ προσπαθώ ακόμα να ξεκολλήσω τα κομμάτια μου από πάνω του.
Πόσα θα ήταν αλλιώς αν ακούγαμε τις συμβουλές τρίτων; Πόσα θα είχαν αποφευχθεί αν δεν διαβάζαμε τόσα βιβλία και δεν βλέπαμε τόσες ρομαντικές ταινίες.
 Ή εάν διαβάζαμε και βλέπαμε περισσότερα. Κάτι με τις αναλογίες πήγε λάθος μεταξύ μας. 
Μια ανισορροπία δυνάμεων και έτσι δεν έδεσε το γλυκό.
Ίσως να ‘ναι και καλύτερα. Μη μας ανέβει και το ζάχαρο.
 Ας μασήσουμε πικρή απόρριψη μέχρι να περάσει η ώρα. 



Τετάρτη 9 Ιανουαρίου 2013

Συνειρμικό

Όταν γράφεις με αυτοματισμούς, τα εγκεφαλικά σου κύτταρα παύουν να μοιάζουν με το σύμπαν

και γίνονται ένα με αυτό. 


Μερικές φορές να μου δίνεις λίγο χρόνο, να παλέψω με τους δαίμονες μου και να τους ξεσκίσω. 
Να μη ζω πια μέσα στο μαύρο μα να ‘μαι χρώμα κόκκινο και χρυσό και να αγαπήσω τις ατέλειες και τα λάθη μου. Και αφήνοντας πίσω άμυνες και λόγια και σκέψεις να γίνω μια μεγάλη πεταλούδα που πετά μεθυσμένη ανάμεσα από χέρια που κυνηγούν να την πιάσουν.
Και όταν ξεκλειδώσεις τα συρτάρια μου και αφήσεις τις λέξεις να ξεχυθούν πάνω σου σαν ποτάμι να μη φοβηθείς που δεν ήμουν αυτό που ζήτησες αλλά ήμουν κάτι καλύτερο ή κάτι χειρότερο και να μην πεις πως δε μπορείς να το διαχειριστείς γιατί αν δεν μπορείς εσύ, κανείς δε θα μπορέσει.
Και αν θα μαραθώ κάποτε θα ναι γιατί έμεινε μια ανάγκη μέσα μου απότιστη και τράβαγε νερό απ’ τα μάτια μου, σε σβησμένα φανάρια και τούνελ σιωπής. Και με τα φώτα παίζοντας σε ένα χρόνο κενό, μου ‘δωσες μια ελπίδα που δεν ένιωθες μα ήταν αυτό που ήθελα να γίνω.
Και αν μυρίζω στον αέρα γύρω σου πρωινή διαφθορά είναι γιατί την φέρω πάνω μου σαν ένα πράσινο δαυλό και ένα τραγούδι μισοτελειωμένο, έναν χείμαρρο λέξεων και προτάσεων άλογων και ανόητων παρατηρώντας τον κέρσορα μου να αναβοσβήνει νευρικά και ψυχαναγκαστικά κατά-γράφω σκέψεις των εσωτερικών σωμάτων και ακέφαλων τεράτων που κουβαλάω μέσα μου τα βράδια της υπομονής.
Και αν πουλήσαμε το τέλος μας φθηνά, για ένα χειροκρότημα λίγων δευτερολέπτων, κρατήσαμε ανείπωτα όλα αυτά που ‘φραξαν τις αρτηρίες της δημιουργίας μας και γίναμε τσιμέντο μέσα σε μια μήτρα καταραμένη να γεννά άβουλα πλάσματα, ακρωτηριασμένα από τον έλεγχο. 

Τετάρτη 15 Φεβρουαρίου 2012

Η μάσκα που κρύβεις


Μερικές φορές συμβαίνει. Βλέπεις τον κίνδυνο και όμως παρόλα αυτά τρέχεις καταπάνω του όπως οι πεταλούδες γυρίζουν γύρω από τη φωτιά που τις μαγεύει και θρέφεται από αυτές. 
Σαν να χει απορρυθμιστεί το σύστημά σου και όλα μέσα σου να εντείνονται τόσο ώστε το πρωί να σε αφήνει σε ένα μέρος που δεν θυμάσαι και τα βράδια να μη σε βρίσκουν ποτέ στο μέρος που θα θελες.
 Και παλεύεις μέσα σου με τη συνηθισμένη σου μάσκα, που σε έχει βέβαια σώσει πολλές φορές μα αυτή τη φορά της φωνάζεις πως δεν θέλεις να σωθείς και εκείνη σου φωνάζει πως είναι η πρώτη φορά που τη χρειάζεσαι τόσο. 
Και τη πετάς και τη ξεχνάς σε μια γωνιά και βάζεις μιαν άλλη, μια χαρούμενη, μια που φοράς σπάνια, μια που σε κάνει να χορεύεις μεθυσμένη από ευτυχία στις έξι το πρωί και να εισπνέεις τον καπνό απ’ τα τσιγάρα του σαν να ήταν καθαρός αέρας και για πρώτη φορά να βγάζουν τόσο πολύ νόημα οι στίχοι των τραγουδιών, τόσο πολύ που εύχεσαι την ώρα που τα τραγουδάς  να μπορούσες να πετάξεις φωνάζοντας δυνατά «είμαστε αυτός ο στίχος». 
Και πέφτεις έτσι στο κρεββάτι φορώντας τη χαρούμενη μάσκα σου, μα ο ύπνος σας ξεβάφει, η μάσκα σου μοιάζει μάλλον με κακό αποκριάτικο αστείο και το επόμενο πρωί το μόνο που χεις να σου θυμίζει τη χθεσινή σου ευτυχία είναι ένα κακό χανγκόβερ, ένας λαιμός που χρειάζεται τρία παυσίπονα για να θυμίσει ξανά φωνή ανθρώπου και ένα θαμπό δέρμα που νοσταλγεί τη λάμψη του έρωτα.
 Δεν μπορείς να θυμηθείς κανένα στίχο, κανέναν ήχο, καμιά μουσική. Η παλιά σου μάσκα σε κοιτάει με αυτό το «σ’τα λεγα εγώ» ύφος και εσύ τη παίρνεις και τη φοράς απρόθυμα γεμίζοντάς την άφατη χαρά που για μια ακόμα φορά βγήκε σωστή. 
Και έτσι, απογοητευμένες και θυμωμένες η μία με την άλλη φτιάχνετε καφέ και κοιταζόσαστε με εκείνη να νεύει κατευναστικά και εσένα να προσπαθείς να καταλάβεις τι πάει λάθος. 
Προσθέτεις μια κουταλιά ζάχαρη στο καφέ σου, μεγάλη και εκείνη γνέφει το κεφάλι της επικριτικά κοιτάζοντας τη ζυγαριά σου. 
Και τότε το βλέπεις! Το μόνο λάθος που κάνεις είναι που επιλέγεις να φοράς ακόμα αυτή τη μάσκα, μια μάσκα που δεν γελά, δεν χορεύει, δεν ερωτεύεται, δεν απογοητεύται, δεν κλαίει.
 Η μάσκα που φοβάται να ρισκάρει, που κρυώνει γιατί δεν θέλει να πλησιάσει τη φωτιά. 
Και την έχεις συνηθίσει τόσο, που είσαι στη σκιά της, ένα φοβικό παιδί που παίζει πάντα στο μπαλκόνι του, με μοναδικό φίλο ένα μπαλόνι δεμένο στα κάγκελα. 
Τη βγάζεις. Σε κοιτά περιμένοντας να κάνεις το επόμενό σου βήμα. Να δει, ποια μάσκα θα φορέσεις τώρα μέχρι να βαρεθείς και να γυρίσεις μετανιωμένη πίσω στη σιγουριά της.
Έκπληξη. Αυτή τη φορά θα δοκιμάσουμε χωρίς μάσκες. Χωρίς καλούπια. Χωρίς κουτάκια. Θα δούμε τα πρόσωπα γυμνά. Ναι, θα ναι δύσκολο, μα με τον καιρό συνηθίζεται. 
Ίσως πιο εύκολα απ’ ότι μια αποπνικτική μάσκα. 

Πέμπτη 26 Μαΐου 2011

εξορκισμοί..

Πάλι σε ονειρεύτηκα. Αυτή τη φορά δέχτηκες να μ' ακούσεις και στο τέλος με αγκάλιασες.
Πάνε περίπου οχτώ μήνες που σε βλέπω σχεδόν κάθε βράδυ στον ύπνο μου και ποτέ δεν είσαι δίπλα μου όταν ξυπνάω. 
Και πάντα σηκώνομαι στεναχωρημένη, με κακή διάθεση, περιμένοντας τη στιγμή που θα ξαναπέσω για ύπνο για να σε δω.
Δεν είσαι ο μόνος που πληγώθηκε.. Μα αν κρίνω από τους μήνες που περάσαν θα 'σαι μάλλον αυτός που από τους δύο μας θα καταφέρει να το ξεπεράσει. 
Εγώ είμαι ακόμα  εδώ. Μιλάω για σένα τουλάχιστον μια φορά την μέρα και σε σκέφτομαι πολύ περισσότερες. 
Πλέον δεν μπορώ να γράψω. Τελευταία φορά που έγραψα κάτι, δεν δέχτηκες καν να το διαβάσεις.
Όλες μου οι προσπάθειες πέφτουν στο κενό.
Μπορώ -μάλλον- να καταλάβω τι έκανα και με τιμωρείς έτσι.
Πες μου όμως τι μπορώ να κάνω για να με συγχωρέσεις.
Ή έστω για να σε ξεπεράσω.
Δεν αντέχω να νοιώθω άλλο έτσι. Άπλα κουράστηκα και δεν με βγάζει πουθενά.
Θέλω απλά να έχω τα πάντα από σένα.
Να εισπνεύσω όλη σου τη μυρωδιά.
Να γευτώ την παραμικρή σου ανάσα.
Να σ' αγκαλιάσω βίαια και να νιώσω το σώμα σου πάνω στο δικό μου, ώσπου να ηλεκτριστούν  οι ρίζες των μαλλιών μου απ' την αφή.

Να μπεις σε κάθε εκατοστό του κορμιού μου, ώστε όλα μου τα κύτταρα να γεμίσουν από σένα.
Έστω για ένα δευτερόλεπτο να γίνω εσύ.
Να δω με τη ματιά σου, να ακούσω ό,τι ακούς, να έχω το ηχόχρωμα της φωνής σου.
Να γίνω εσύ, με τις σπασμωδικές κινήσεις σου, εσύ, με τις αποφάσεις που πονάνε, εσύ, τόσο γλυκός και τρυφερός και καλός και σκληρός και βίαιος και κακός. Εσύ. 
Να είμαι εσύ, να σε έχω τόσο.
Έστω για ένα δευτερόλεπτο.
Και έπειτα να σε διώξω. Να σε βγάλω από μέσα μου. Να ξεσκονίσω όλα τα ξεχασμένα σου κομμάτια. Να γίνω εσύ, για να σε κάνω να με αφήσεις.
Να μείνω εγώ, μόνη μου, εγώ, σε άδειο σώμα, μα επιτέλους ΜΟΝΗ ΜΟΥ. 
Χωρίς τίποτα να μπορεί να σε ξυπνήσει, αφού δεν θα κοιμάσαι μέσα μου πια.
Να είμαι εσύ ολοκληρωτικά και καθόλου.. 







(δυστυχώς) Συνεχίζεται..