Πέμπτη 24 Δεκεμβρίου 2009

Enjoy!



Χριστούγεννα και Coca Cola!.. (είπα να γίνω γραφική) 
 feliz navidad λοιπόν!!

Παρασκευή 18 Δεκεμβρίου 2009

Περί αποστάσεων..

Καθημερινά διανύεις πολλές αποστάσεις.. Mπορείς να πας από το σπίτι σου μέχρι το περίπτερο.. αυτή είναι μια μικρή απόσταση. Συνήθως σου λένε «πετάξου μέχρι το περίπτερο» ακόμα και αν δεν είσαι ο superman. Έπειτα μπορείς να πας από το σπίτι σου, μέχρι το σπίτι του κολλητού σου. Αυτή είναι μια απόσταση που κάνεις ευχάριστα. Εκεί σου λένε «έλα από δω αν δεν βαριέσαι». Και αν δεν βαριέσαι πας.

Μπορείς ακόμα να πας από το σπίτι σου μέχρι το Λονδίνο. Αυτή είναι μια μεγάλη απόσταση. Μια ακόμα μεγάλη απόσταση είναι από το σπίτι σου μέχρι το φεγγάρι (όχι πως ξεκινάς από το σπίτι σου να πας στην σελήνη –είπαμε, δεν είσαι ο σούπερμαν- αλλά το σπίτι σου είναι συνήθως στην γη, και γη-σελήνη είναι μια μεγάλη απόσταση).

Υπάρχει όμως άλλη μια μεγάλη απόσταση, πολύ μεγάλη απόσταση και δεν έχω σκοπό να μιλήσω για την πτήση Λος Άντζελες – Σιγκαπούρη η οποία διαρκεί 18 ώρες και 30 λεπτά.

Πρόκειται για μία απόσταση που σου φαίνεται τόσο μεγάλη που θα μπορούσες άνετα να βρίσκεσαι στην πτήση Λος Άντζελες –Σιγκαπούρη, να πας και να γυρίσεις, από το να την διανύσεις.

Και επειδή τα πάντα είναι σχετικά, και δεν εννοώ αυτά τα γλυκούλικα αρκουδάκια, (όχι, όχι, αυτά πιστέψτε με δεν έχουν καμία σχέση), θα προσπαθήσω να εξηγηθώ..

Τείνουμε να μετράμε τις αποστάσεις σύμφωνα με τον χρόνο που μας παίρνει να τις διανύσουμε..

Πόσο χρόνο σου παίρνει όμως να καταλάβεις τι εννοεί, τι φοβάται, τι επιθυμεί, τι σκέφτεται και να διαλύσεις τις άμυνες του ώστε να τον φέρεις κοντά σου;

Ακόμα και το «κοντά σου» είναι σχετικό. Σας χωρίζει μισό μέτρο.. ίσως και λιγότερο αν κάνεις ένα βήμα προς το μέρος του, να! Έκανες ένα βήμα προς το μέρος του, αλλά και πάλι δεν αισθάνεσαι πιο κοντά του. Άλλο ένα βήμα προς το μέρος του, αλλά όχι, ούτε αυτό βοηθάει τα πράγματα. Άλλο ένα βήμα, οπ! Τώρα βρίσκεσαι στην αγκαλιά του, σε φιλάει, κοιτάει αλλού και τώρα να! Ως δια μαγείας βρίσκεται ακόμα πιο μακριά από πριν. Θέλεις να πιάσεις το χέρι του και να το ξεσκίσεις με τα νύχια σου, να τον κάνεις να ματώσει, να έρθεις σε επαφή με το αίμα του, μήπως και αυτό σας φέρει πιο κοντά.. «ε, μικρούλα, με πονάς!». Αφήνει το χέρι σου, μεγαλώνει η απόσταση. Ακουμπάει το χέρι του στο τραπέζι. Ακουμπάς και εσύ το δικό σου. Εκπέμπεις θερμότητα, σας χωρίζουν 2,5 εκατοστά, αναρωτιέσαι αν φτάνει μέχρι αυτόν. Φέρνεις το χέρι σου λίγο πιο κοντά στο δικό του, σας χωρίζουν μερικά χιλιοστά και ταυτόχρονα η απόσταση μεταξύ σας είναι μεγαλύτερη από το μήκος του σύμπαντος μεγαλύτερη από ο,τι μπορείς να φανταστείς. Το σώμα του είναι εκεί, όμως το βλέπεις, το αισθάνεσαι, πως οι σκέψεις του είναι αλλού.

Και το να φτάσεις από το σπίτι σου στις σκέψεις του, αυτή είναι η μεγαλύτερη απόσταση..











(ευχαριστώ τον Γιάννη Κωνσταντινίδη του οποίου το υπέροχο κείμενο "η μεγαλύτερη απόσταση" στριφογύριζε στο μυαλό μου, όση ώρα έγραφα τις παραπάνω σκέψεις..)

noise in my head


Μπιζ..μπιζ.. Έχει μια μέλισσα μπλεχτεί μες τα μαλλιά μου. Μπιζ.. μπιζ.. Κάνει βόλτες ασταμάτητα. Μπιζ.. μπιζ.. ας την βγάλει κάποιος, ας με βοηθήσει.. Αυτό το μπιζ μπιζ με τρελαίνει. Ας την βοηθήσει. Το χάος στο κεφάλι μου την τρελαίνει. Μπιζ μπιζ. Προσπαθεί να βγεί.. Μπιζ, μπιζ . ας την βοηθήσει κάποιος.. Μπιζ, μπιζ. Έχει χάσει τον δρόμο της.. Μπιζ μπιζ, ας με βοηθήσει κάποιος, όλο αυτό το βουητό στ’ αυτιά μου, στο κεφάλι μου, μπιζ μπιζ, το μυαλό μου γυρνάει, μπιζ μπιζ, σας παρακαλώ βγάλτε την, βγάλτε την, μπιζ μπιζ.
Έλα τράβηξέ την!

-ποια;

-την μέλισσα..

-ποια μέλισσα;

-έχει μια μέλισσα μπλεχτεί μες στα μαλλιά μου..

-δεν έχει τίποτα, ηρέμησε..

Μπίζ..μπίζ.












(photo by paige negenman, on flickr)

Τρίτη 15 Δεκεμβρίου 2009

αλλαγή εποχής: Άνοιξη.

Όταν σε κοίταξα μου ορκίστηκες πως αυτό θα ‘ταν το ωραιότερο ταξίδι.
Μια απέραντη γαλάζια θάλασσα με μικρά υποβρύχια χαμόγελα και σπαρταριστά βλέμματα. Ένα ταξίδι με μια παλιά άσπρη ξύλινη βάρκα και τα όνειρά μας.
Μια χαλασμένη πυξίδα γιατί είπες, μου είπες, πως σημασία δεν έχει το πού πηγαίνουμε αλλά το πώς.
Ο ήλιος πάνω μας, όχι ενοχλητικός αλλά ευχάριστος, όπως ένα γάργαρο γέλιο μικρού παιδιού, σχεδόν ανάλαφρος, δίνοντας μια διάφανη αίσθηση ατμόσφαιρας στην γυάλινη ανοιξιάτικη μας εξόρμηση. Ξάπλωσα πίσω μυρίζοντας το θαλασσινό αεράκι, γευόμενη την αρμύρα της φύσης, χαζεύοντας τα σχήματα που ‘παιρναν τα μικρά λευκά παιχνιδιάρικα σύννεφα. Μου θύμισε μια από εκείνες τις πρώτες φθινοπωρινές ημέρες, ένα αργόσχολο κυριακάτικο πρωινό ξύπνημα.
Ο ήλιος έστελνε τις ζωηρές ακτίνες του να παίξουν με τα βλέφαρά μας.
Μάτια φωτεινά, καθάρια. Αληθινά προπάντων.
Καθρεπτίζοντας την ψυχή και αντανακλώντας την αγάπη. Είχαμε επίγνωση της μοναδικότητας εκείνης της στιγμής. Ξέραμε πως ζούμε την «ευτυχία».
Δεν την κυνηγήσαμε. Ούτε την περιμέναμε. Ηρθε ξαφνικά· την ώρα που η χρυσόλευκη άμμος γλίστραγε ανάμεσα στα φιλντισένια δάχτυλα και τα φιλήδονα χείλη ενώνονταν αφήνοντας τα ζηλιάρικα κοχύλια να κοιτάνε πονεμένα και να γεμίζουν, με τα μικρά αναφιλητά του πόθου τους, μουσικά κύματα τον γιαλό μας.
Το ταξίδι ήταν το ωραιότερο.
Η επιστροφή έκλεψε λίγη από τη μαγεία του. Λίγη ακόμα πήρες εσύ. Και με κρατάς κοντά σου. Μαγεμένη, με έναν πράσινο αστερία στο χέρι και το αρμυρότερο φιλί στα χείλη..



άνοιξη 08-09- δεν μπορω να θυμηθώ για να προσδιορίσω- )

Σάββατο 12 Δεκεμβρίου 2009

Αποτυπώματα


Αφήνω ίχνη πίσω μου..Είσαι αρκετά παρατηρητικός για να το προσέξεις;
Είσαι αρκετά προσεκτικός ώστε να μην τα σβήσεις;
Είσαι αρκετά αποφασισμένος ώστε να μπορέσεις να τα κρατήσεις ανέπαφα;
Δοκιμάζεσαι. Σε δοκιμάζω. Αφήνεις στο στόμα μου μια πικρή γεύση. Δεν μου αρέσει.
Σε μασάω σαν τσίχλα. Δεν μου αρέσει. Σε φτύνω και σε πατάω. Σε πιέζω με τόση δύναμη. Πιέζω τόσο ώστε να μην σε βλέπω πια. Σε λιώνω με το πόδι μου.. Σε συνθλίβω. Είσαι πλέον ένα αποτύπωμα πάνω στο καινούργιο μου παπούτσι. Προχωράω, και συνεχίζω να αφήνω ίχνη..

Δευτέρα 16 Νοεμβρίου 2009

Maybe tomorrow..


Και έτσι ξαφνικά σταματήσαμε να μιλάμε.
Εγώ επέστρεψα στην ανιαρή πραγματικότητα μου, στην συνεχή ρουτίνα μου, προσπαθώντας να κάνω ίσως περισσότερα από όσα αντέχω για να γεμίσω τις άδειες μέρες μου.. επέστρεψα τρέχοντας μεταξύ υποχρεώσεων και διασκεδάσεων, «διασκεδάσεων», όταν το μόνο που ήθελα ήταν να δω εσένα.
Εσύ. Εσύ δεν ξέρω που πήγες. Αν επέστρεψες κάπου, αν ανακάλυψες νέους δρόμους για να περιπλανηθείς, αν έμεινες κλεισμένος μέσα.
Έτσι ξαφνικά σταμάτησα να ξέρω τα πάντα για σένα.
Όταν με ρωτάνε δεν μπορώ να πω αν ήξερα στην ουσία κάτι.
Ήξερα τις αγαπημένες σου ταινίες. Τις χώρες που ήθελες να ταξιδέψεις. Τα τραγούδια που σου άρεσε να ακούς τη νύχτα. Είχα μάθει τον τρόπο που μιλούσες, που έγραφες, συνήθισα τον τρόπο ζωης σου.
Και ξαφνικά ΒΟΟΜ!
Χάθηκες!
Εξαφανίστηκες από τα στέκια μας, παρέμεινες στη σκέψη μου.
Μου έλειπες λίγο, μου έλειπαν οι συζητήσεις μας, τα αστεία μας, μου έλειπε η επικοινωνία μαζί σου. Ίσως σε ήθελα λίγο παραπάνω απ’ όσο «επιτρέπεται» να θέλεις κάποιον που δεν ξέρεις σχεδόν καθόλου. Ευχόμουν να πέσω έστω και τυχαία πάνω σου, πήγαινα στο περίπτερο με το ομορφότερο χαμόγελό μου, μην τύχαινε και με δεις.. Και ακόμα και τώρα που, έτσι ξαφνικά, σταματήσαμε να μιλάμε, συνεχίζω να χαμογελώ. Ποτέ δεν ξέρεις.. Ίσως αύριο περάσεις τυχαία κάτω απ’ το σπίτι μου. Ίσως αύριο.. Οι λέξεις που με στοιχειώνουν από τη μέρα που σε γνώρισα. Ίσως αύριο λοιπόν μιλήσουμε ξανά όπως παλιά. Ίσως αύριο…

Σάββατο 12 Σεπτεμβρίου 2009

απόγευμα Σαββάτου


Δες πόσο όμορφα είναι όλα. Δες.
Δες τις κεραίες που τις φυσά ελαφρά ο πρώτος φθινοπωρινός αέρας. Δες όλες τις πράσινες κατεβασμένες τέντες που φέρνουν μια αίσθηση ψεύτικης φύσης στο μέρος που όλοι αποκαλούνε τσιμεντούπολη. Όλα τα μικρά κίτρινα γλαστράκια στο απέναντι μπαλκόνι. Τα γαλάζια κάγκελα που σπαν την συμφωνία των καφέ. Τα φούξια σεντόνια απλωμένα παρά την απαγόρευση της διαχείρισης. Δες τους παλιούς σκουριασμένους σωλήνες. Δες την ομορφιά πίσω απ τη θλίψη που σε τρομάζει.
Και δες την καναρινί εκείνη πόρτα που οδηγεί στην ψηλότερη ταράτσα. Κοίτα τα σύννεφα του φθινοπώρου και τις υπέροχες χρυσές γραμμές τους.
Τόσα air-condition, ηλιακοί και δορυφορικά πιάτα συνεννοημένα να κοιτάζουν τον ήλιο, να μην μας ενοχλούν, απλά να ορθώνονται πάνω στις στέγες και να αντανακλούν το φως. Δες την αργή κίνηση των φύλλων που στροβιλίζονται. Δες πόσο ήρεμα φεύγει η μέρα. Κοίτα τις σκάλες που οδηγούν στο πουθενά. Την ξεφλουδισμένη μπογιά στο απέναντι κτήριο. Το ρυτιδιασμένο μου μπαλκόνι. Τα βρόμικα παράθυρα και τις ξεθωριασμένες τέντες. Όλα είναι όμορφα. Γελάς. Μα σου εξηγώ.
Όλα είναι όμορφα. Μεγαλώνουν και φθείρονται μαζί μας. Τώρα είναι όμορφα. Τώρα. Που δεν λάμπουν πια αυτάρεσκα στον ήλιο, τώρα που έφυγε τον χρώμα τους και γέρασαν. Τώρα που φτιάχνουνε φωλιές τα περιστέρια. Τώρα που η ατμόσφαιρα μυρίζει βροχή, τώρα που ερωτεύομαι τον κόσμο και την απλή αλλά δυνατή ομορφιά του. Τώρα που είναι όλα ασήμαντα και που θες να κλάψεις βλέποντας τα σύννεφα σιγά –σιγά να απομακρύνονται, να κάνουν ανεπαίσθητες κινήσεις, να παρασέρνονται και να σε παρασέρνουν. Τώρα που έψαχνες μολύβι και χαρτί για να τα περιγράψεις, να τα αποτυπώσεις κάπου και τώρα που αισθάνεσαι ανίκανος, αφού όλη αυτή η ομορφιά δεν κλείνεται στις λέξεις. Δεν σκέφτηκες ούτε στιγμή να τα φωτογραφήσεις. Η εικόνα θα σου φαινόταν βαρετή. Εύχεσαι απλά να μπορούσες να ανοίξεις τα χέρια σου και να αγκαλιάσεις αυτό τον κόσμο, αυτή την ομορφιά , να μπορέσεις να την νιώσεις στο πετσί σου, μέσα σου, να την εισπνεύσεις, να την καταπιείς, να είναι δικιά σου, κτήμα σου, να σου ανήκει. Τώρα είναι όμορφα όλα. Και αισθάνεσαι ευτυχία που τα είδες..